Χρειάζεται πολύ θράσος για να πεις γατάκι τον Μέσι

Για κάθε Μαραντόνα ή Ζιντάν που πήραν ένα Μουντιάλ μόνοι τους (πράγμα που για τον Ζιζού δεν είναι 100% αλήθεια) υπάρχει κι ένας Κρόιφ που δεν κατέκτησε ούτε Λάκι Καπ με την εθνική ομάδα της χωρας του. Ας μην τα ισοπεδώνουμε όλα με αφορμή την αποτυχία του Μέσι να κάνει την Αργεντινή «βασίλισσα».
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1993 η Αργεντινή υποδέχεται την Κολομβία για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου που ήταν προγραμματισμένο να διεξαχθεί το επόμενο καλοκαίρι στις ΗΠΑ. Οι δύο ομάδες είναι ισόβαθμες και πριν τη σέντρα γνωρίζουν πως ο νικητής θα πάρει την πρόκριση και ο ηττημένος θα αναγκαστεί να βιώσει τον «εξευτελισμό» διπλών αγώνων μπαράζ με την Αυστραλία. Ο Ασπρίγια, ο Βαλντεράμα και η παρέα τους σοκάρουν 53.000 θεατές στο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες και εκατομμύρια ποδοσφαιρόφιλους στον κόσμο «σκορπίζοντας» τη φιναλίστ του Μουντιάλ του ’90 με 5-0… Εκείνη η «αλμπισελέστε» είχε στις τάξεις της παίκτες όπως οι Μπατιστούτα, Σιμεόνε, Ρουγκέρι, Γκοϊγκοτσέα, αλλά ακόμη κι απέναντι στα «καγκουρό» βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με το φάσμα ενός ταπεινωτικού αποκλεισμού. 1-1 στο Σύδνεϋ, 1-0 με αυτογκόλ στη ρεβάνς και το κάζο ματαιώνεται…

Στα γήπεδα της Αμερικής ο Μαραντόνα επιστρέφει στην εθνική και δίνει τις τελευταίες ποδοσφαιρικές παραστάσεις του, αφήνοντας «στοιχειωμένη» τη φανέλα με το νούμερο 10 και μια αέναη αναζήτηση για τον άνθρωπο που θα καλύψει το τεράστιο κενό του μικροκαμωμένου θεού. Όταν τελικά, μετά από πολλές απογοητεύσεις, ο διάδοχος θα βρεθεί στο πρόσωπο του Λιονέλ Μέσι, θα ανοίξει ένας νέος κύκλος συζητήσεων με αφορμή την αδυναμία του να αποτελέσει τον ηγέτη που θα φέρει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο στη χώρα.

Ο… δικτάτορας Μαραντόνα

Κακά τα ψέματα. Τα δύο κορυφαία τρόπαια που διαθέτει το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Αργεντινής φέρουν τις προσωπικές σφραγίδες δύο εκ διαμέτρου αντίθετων προσωπικοτήτων. Για εκείνο του 1986 δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Μαραντόνα πήρε από το χέρι όλους τους υπόλοιπους (που -με λίγες εξαιρέσεις- ήταν τουλάχιστον ένα κλικ κάτω από αυτό που ονομάζουμε παγκόσμιας κλάσης) και τους μετέτρεψε σε πρωταθλητές κόσμου. Ελάχιστοι -αν υπάρχουν τέτοιοι κιόλας- αμφισβητούν την θεϊκών διαστάσεων συνεισφορά του. Όσο, μάλιστα, απομακρυνόμαστε χρονικά από το 1970 και μειώνεται ο αριθμός των αυτοπτών μαρτύρων της απίθανης Βραζιλίας του Πελέ, η συλλογική μνήμη δεν δέχεται κουβέντα. Ο Μαραντόνα, εκείνος ο Μαραντόνα του Μουντιάλ του ’86 και του καμπιονάτο του ’87 με τη Νάπολι, υπήρξε ασύγκριτος.

Όσο για την προηγούμενη φορά που οι Αργεντινοί βγήκαν στους δρόμους, το 1978, η αλήθεια είναι πως πέρα από τον Κέμπες, τον Πασαρέλα, τον Αρντίλες ή οποιονδήποτε άλλο, ο δικτάτορας Βιδέλα ήταν εκείνος που ανέλαβε να βάλει το αντίστοιχο «χέρι του Θεού». Εκείνος που έδωσε το… κάτι παραπάνω που χρειαζόταν για να στεφθεί η χώρα του πρωταθλήτρια. Η διοργάνωση του ’78 αποκαλείται για πολύ συγκεκριμένο λόγο «Μουντιάλ της ντροπής».

Ούτε ο Κρόιφ το σήκωσε…

Η μεγαλύτερη απουσία που καταγράφηκε τότε ήταν αυτή του Γιόχαν Κρόιφ. Αντίθετα με όσα πιστεύει ο κόσμος, κρίνοντας από τη γενικότερη στάση και ιδεολογία του αείμνηστου Ολλανδού, δεν το έκανε ως αντίδραση για την ένοχη σιωπή του κόσμου του ποδοσφαίρου. Σε συνέντευξή του το 2008 αναφέρθηκε στους πραγματικούς λόγους, αλλά δεν είναι της παρούσης η ανάλυσή τους. Ο μοναδικός που μπορεί με περηφάνια να πει ότι δεν νομιμοποίησε το αιμοσταγές στρατιωτικό καθεστώς είναι ο Πάουλ Μπράιτνερ, της κατόχου του τίτλου εθνικής Γερμανίας. Σε κάθε περίπτωση ο θρυλικός γενειοφόρος μπακ έχασε την ευκαιρία να διεκδικήσει έναν δεύτερο τίτλο και ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» να προσθέσει αυτόν που έλειπε από την τεράστια συλλογή του. Μια σκέψη που θα πέρασε σίγουρα από το μυαλό του όταν έβλεπε τους συμπαίκτες του να λυγίζουν στην παράταση του τελικού.

 

Όσο παράξενο ή αταίριαστο κι αν μοιάζει, ο Κρόιφ είναι ο μεγαλύτερος μάρτυρας υπεράσπισης του Λιονέλ Μέσι στα «λαϊκά δικαστήρια» που στήθηκαν και πάλι, με αφορμή την ισοπαλία με το Περού και το ενδεχόμενο αποκλεισμού από την τελική φάση. Βλέπεις, ούτε αυτός γεύτηκε τη χαρά μιας επιτυχίας σε επίπεδο εθνικών ομάδων, παρά τα κατορθώματά του σε συλλογικό επίπεδο. Σήμερα, με την άνεση που προσφέρει η χρονική απόσταση, ελάχιστοι στέκονται σε αυτό και πολλοί λίγοι θεωρούν πως υπήρξε μικρότερο μέγεθος από αυτό που πραγματικά ήταν λόγω της συγκεκριμένης ανορθογραφίας στο βιογραφικό του.

«Ναι, αλλά ο Μέσι έχει δίπλα του παιχταράδες»

Μα είναι δυνατόν, θα πει ο σκεπτικιστής φίλαθλος, με τέτοιους παιχταράδες δίπλα του να αποτυγχάνει διαρκώς με την Αργεντινή; Ναι, είναι η απάντηση. Έχει γίνει αμέτρητες φορές στο παρελθόν και θα συμβεί ξανά στο μέλλον. Ας αφήσουμε στην άκρη την Βραζιλία του 1982 που θα αποτελεί το αιώνιο αντίλογο στο μύθο των παιχταράδων κι ας μείνουμε στην Ολλανδία. Εκείνους τους «οράνιε» που είχαν ως βάση τον Άγιαξ των τριών Κυπέλλων Πρωταθλητριών και στη σύνθεσή τους βρισκόταν ονόματα όπως ο Χάαν, ο Κρολ, ο Νέεσκενς, ο Ρεπ. Το ’74 ήρθε η ήττα του «Total Football» στα γήπεδα της Γερμανίας. Αλλά δεν επρόκειτο για μια μεμονωμένη αποτυχία.

Δυο χρόνια πριν δεν προκρίθηκαν καν στα τελικά του Euro, ενώ το 1970 δεν ταξίδεψαν για το Μουντιάλ του Μεξικού. Το 1976 καταγράφουν έναν μικρό τελικό στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Εθνών και κάπου εκεί, σε έναν τελικό κι έναν ημιτελικό δηλαδή, εξαντλούνται τα κατορθώματα της υπό τον Κρόιφ κορυφαίας γενιάς του ολλανδικού ποδοσφαίρου. Όταν μάλιστα αυτή ήταν στα ντουζένια της. Κάνει αυτό στη συνείδηση του κόσμου μικρότερο παίκτη αυτόν τον τύπο; Μειώνει σε κάτι το αποτύπωμά του στο ποδόσφαιρο; Φυσικά, όχι. Αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αν τα είχε καταφέρει με την εθνική, ίσως η θέση του μετά την ιστορική καταγραφή της καριέρας του να μην τον έβρισκε στο πλάι των Πελέ ή Μαραντόνα, αλλά ενδεχομένως πάνω από αυτούς.

Η… λούζερ Αργεντινή της τελευταίας 25ετίας

Από το 1990 όταν ο σε ρόλο Ελ Σιντ Μαραντόνα και η ικανότητα του Γκοϊκοτσέα στις αποκρούσεις των πέναλτι έστειλαν την «αλμπισελέστε» στον τελικό, ακολουθούν πάνω από 25 χρόνια ιστορικών στραπάτσων για την εθνική Αργεντινής. Αν βγάλεις στην άκρη τα Κόπα Αμέρικα του ’91 και το ’93, το απόλυτο μηδέν. Το ’94 προσπέρασε μόνο την Ελλάδα στη φάση των ομίλων και αποκλείστηκε στους «16» από την Ρουμανία. Το ’98 έξω στα προημιτελικά από την Ολλανδία. Ειδικά στα γήπεδα της Γαλλίας, το ρόστερ της ήταν από άλλο πλανήτη. Μπατιστούτα, Σανέτι, Κρέσπο, Βερόν, Σιμεόνε, Λόπες, Αλμέιδα, Κανίγια, Αγιάλα, Γκαγιάρδο, Ορτέγκα, Σενσίνι, Τσαμότ, έφυγαν με τα κεφάλια σκυμμένα. Τέσσερα χρόνια αργότερα το… ξεβράκωμα του αποκλεισμού από τη φάση των ομίλων κιόλας βαραίνει εκτός από όλους τους παραπάνω (με εξαίρεση τους 2 τελευταίους) ΚΑΙ τους Αϊμάρ, Κίλι Γκονζάλες, Σορίν, Ποτσετίνο, Σάμουελ. Αυτοί ήταν οι 16 από τους 23 που ταξίδεψαν… Χάλια ομάδα ε;

Το 2006 ήρθε η σειρά των Καμπιάσο, Σαβιόλα, Ρικέλμε, Μασεράνο, Μιλίτο, Μπουρδίσο, Μάξι Ροδρίγες (συν κάποιους από τους παραπάνω) να αποκλειστούν στα προημιτελικά. Εκεί παίρνει το βάπτισμα του πυρός σε Μουντιάλ ο Λιονέλ Μέσι και ξεκινά ο… Γολγοθάς της χλεύης για το γεγονός ότι δεν μπορεί να γίνει ο ηγέτης που θα οδηγήσει την ομάδα στην κορυφή.

Οπότε τι είναι ο Μέσι;

Μετά από εκείνη τη διοργάνωση υπάρχει η «Αργεντινή του Μέσι». Ένας χαρακτηρισμός που συνοδεύεται από την αδιαπραγμάτευτη για το κανιβαλικό κοινό υποχρέωσή του να κάνει με τη φανέλα της περίπου όσα κατάφερε με την Μπαρτσελόνα. Προφανώς ο καλύτερος (μαζί με τον Κριστιάνο) της γενιάς του απέτυχε. Στα χρόνια της δικής του αδιαφιλονίκητης πρωτοκαθεδρίας μετρά 4 χαμένους τελικούς. Τρεις στο Κόπα Αμέρικα κι ένα σε Μουντιάλ. Δύο από αυτές τις ήττες ήρθαν από την Χιλή στα πέναλτι (τη μία στο γήπεδο της αντιπάλου της) κι εκείνη στο Παγκόσμιο Κύπελλο στην παράταση με 1-0. Από την εθνική Γερμανίας. Όχι οποιαδήποτε εθνική Γερμανίας, αλλά από την κορυφαία σύνθεση των πάντσερ. Εκείνη που λίγες μέρες πριν είχε σκορπίσει με 7 γκολ στα ημιτελικά τους οικοδεσπότες Βραζιλιάνους… Άσε που η ιστορία μπορεί να είχε γραφτεί διαφορετικά αν ο Ιγκουαΐν ήταν και στα μεγάλα ματς απλά ο εαυτός του…

Ο κοντοπίθαρος θαυματουργός ποδοσφαιριστής δεν έχει κλείσει ακόμη τους λογαριασμούς του με την ιστορία

Όντας στα 30 χρόνια του πια, όμως, εκείνη η ώρα πλησιάζει. Όταν τελικά φτάσει, πέρα από κάθε αμφιβολία μια αποτυχία πρόκρισης της Αργεντινής σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα του χρεωθεί ως προσωπική. Πρόκειται για μια κριτική εν μέρει άδικη, αλλά αν θέλουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, ένα τέτοιο ματς εντός έδρας σαν αυτό το πρόσφατο με το Περού, οφείλεις εσύ ο ηγέτης να τα καθαρίζεις. Ιδιαίτερα όταν μέτρο σύγκρισής σου είναι ο καλύτερος που πέρασε ποτέ από τα γήπεδα. Από την άλλη, όμως, υπάρχει μεγαλύτερο παράσημο από το να σε συγκρίνουν με τον κορυφαίο του πλανήτη, έστω κι αν σε βρίσκουν τελικά υποδεέστερο; Από εκεί, μέχρι τον χαρακτηρισμό λούζερ είναι πολύ παραπάνω από ένα Μουντιάλ δρόμος, ειδικά αν μιλάμε για τη μαθημένη σε στραπάτσα εθνική Αργεντινής.