5 στόπερ του ελληνικού πρωταθλήματος που ήξεραν περισσότερη μπάλα κι από δεκάρια

Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Ή μήπως η καλύτερη επίθεση είναι η άμυνα; Έχουν υπάρξει στόπερ και στο δικό μας πρωτάθλημα που (με το αρχοντικό τους στιλ) μας είχαν μπερδέψει…
Γιώργος Μαραθιανός

Γράφει ο Γιώργος Μαραθιανός

Μετά το ντέρμπι του Ολυμπιακού με την ΑΕΚ όλα τα φώτα έπεσαν στον Γιακουμάκη. Και λογικό είναι.

Κοτζάμ διπλό υπέγραψε και μάλιστα με το πρώτο του γκολ από τότε που έβαλε τα κιτρινόμαυρα.

Πριν πει όμως τη δική του… μαντινάδα ο Κρητικός και κλέψει την παράσταση, άρχοντας του αγώνα ήταν (ξανά όπως και στο Κύπελλο) άλλος:

Ο Ντμίτρο Τσιγκρίνσκι!

Γιατί αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο ανίκητος στην άμυνα. Δεν σκούπιζε απλώς τα πάντα μπροστά και μέσα από την περιοχή του. Δεν περιορίστηκε στο να κατευθύνει τη λειτουργία των μετόπισθεν.

Αλλά αποδείχθηκε πολύτιμος και στην επίθεση, βάζοντας το πολύτιμο γκολ της ισοφάρισης.

Βλέποντας λοιπόν το Ουκρανό με το αέρινο στιλ να λειτουργεί ως ο ποδοσφαιρικός «εγκέφαλος» της ΑΕΚ θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί:

Από πότε έχουμε να δούμε στην Ελλάδα έναν στόπερ που να ξέρει όμως και μπάλα; Πού να μπορεί να χαϊδέψει και λίγο το τόπι και όχι μόνο να το σβουρδουλάει στην εξέδρα;

Που να φτιάχνει το παιχνίδι της ομάδας σαν ένα «δεκάρι» που απλώς είναι οπισθοχωρημένο;

Αυθόρμητα λοιπόν κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις που έρχονται στο μυαλό είναι οι εξής:

-Μάρτιν Νοβοσέλατς. Μεγάλη καψούρα των «παλιών» Ολυμπιακών. Με όποιον εξ αυτών και να συζητήσεις για το παρελθόν, ανάμεσα σε βιρτουόζικα δεκάρια, άπιαστα εξτρέμ και τεράστιους γκολτζήδες αποκλείεται να μην αναφέρει και το όνομα του Κροάτη.

Με άψογη τεχνική κατάρτιση και την ικανότητα να «χτίζει» άριστα το παιχνίδι από πίσω, δεν χρειάστηκε περισσότερα από τρία χρόνια για να θεωρείται ο ποιοτικότερος λίμπερο που φόρεσε την ερυθρόλευκη φανέλα. Και να κερδίσει επάξια το παρατσούκλι «Μπεκενμπάουερ των φτωχών».

-Ρενέ Χένρικσεν. Ένα ποδοσφαιρικό κομπιούτερ. Βλέποντας αυτό τον ξερακιανό ξανθομπάμπουρα εκτός γηπέδου δεν πήγαινε το μυαλό σου πόσα πράγματα μπορούσε να κάνει μέσα σ’ αυτό. Άριστες τοποθετήσεις στην άμυνα, μαεστρική κατεύθυνση των υπολοίπων, ένα παιχνίδι-σεμινάριο για το πώς παιζόταν η θέση του λίμπερο.

Από τους βασικούς λόγους που ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το νταμπλ του 2004 και -το κυριότερο- ο θεμέλιος λίθος της άμυνας-μπετόν, στην οποία στηρίχθηκαν μεγάλες ευρωπαϊκές επιτυχίες του «τριφυλλιού».

-Γκάμπριελ Σούρερ. Συνδυασμός ποιότητας και σκληράδας. Τεχνικής και τσαμπουκά. Φτάνοντας στον Ολυμπιακό με τα γαλόνια πολλών συμμετοχών στην Primera Division, δεν δυσκολεύτηκε να γίνει ο ηγέτης της άμυνάς του.

Όχι μονάχα για τις ανασταλτικές του ικανότητες, αλλά και για τη δυνατότητα να διαβάζει το παιχνίδι και να το προωθεί ο ίδιος. Μπορεί να ήταν λίγο πιο νευρικός απ’ όσο χρειαζόταν (Αργεντινός γαρ) ωστόσο περισσότερο από τα επεισόδια με Τουρέ και Καστίγιο οι φίλοι του Ολυμπιακού θα θυμούνται το γκολ με τη Μονακό.

-Τραϊανός Δέλλας. Το να είσαι στόπερ και να ξέρεις μπάλα είναι σπάνιο. Το να είσαι στόπερ δυο μέτρα και να ξέρεις μπάλα, αυτό κι αν δεν το βλέπεις συχνά. Παρά το τεράστιο μπόι και την περιορισμένη ταχύτητα, ο «Κολοσσός» υπήρξε από τους κορυφαίους Έλληνες αμυντικούς όλων των εποχών:

Ακριβώς επειδή κάλυπτε αυτό το μειονέκτημα με την ποδοσφαιρική ευφυΐα και την τεχνική του. Ικανός στο να κουβαλήσει την μπάλα και άψογος στο λεγόμενο build up, έμοιαζε με προπονητή μέσα στο γήπεδο. Καθόλου περίεργο που έγινε τέτοιος μετά που βγήκε απ’ αυτό…

-Όλοφ Μέλμπεργκ. Ο αμυντικός που θα χρησιμοποιείται πάντα ως παράδειγμα κι ως μέτρο σύγκρισης: «Έναν Μέλμπεργκ πότε θα ξαναφέρουμε»; Ή «νταξ’, δεν είναι και Μέλμπεργκ, αλλά καλός είναι».

Καταφέρνοντας να ισορροπεί απόλυτα ανάμεσα στα αμυντικά και τα οργανωτικά του καθήκοντα, δυσκολευόσουν να καταλάβεις σε ποια απ’ τα δυο ήταν καλύτερος. Με αέρα από τις πλούσιες παραστάσεις στη Γιουβέντους και αρχοντικό στιλ, κατάστρεφε το παιχνίδι του αντιπάλου με την ίδια ευκολία που έφτιαχνε του Ολυμπιακού.