Ως πότε θα χτίζεται ο Ολυμπιακός γύρω από τον Σπανούλη;

Για τους αδελφούς Αγγελόπουλους έφτασε η ώρα της πιο δύσκολης απόφασης από τη στιγμή που ανέλαβαν τον Ολυμπιακό. Της πιο δύσκολης και κομβικής ίσως για τα μελλούμενα, με ορίζοντα τριετίας.
Δημήτρης Καναβαράκης

Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης

Από την περασμένη Κυριακή και το στραπάτσο του Ολυμπιακού στον 5ο τελικό, τα πληκτρολόγια των οπαδών του έχουν πάρει φωτιά. Οι απόψεις δίνουν και παίρνουν στα social media για το ρόστερ της επόμενης περιόδου, τους παίκτες που πρέπει εδώ και τώρα να φύγουν, αυτούς που αξίζουν δεύτερης ευκαιρίας και εκείνους που de facto έχουν θέση στην ομάδα.

Φυσικά οι γνώμες συγκρούονται, ο καθένας παραθέτει τα δικά του επιχειρήματα, οι πιο «ψαγμένοι» μάλιστα «δημιουργούν» το δικό τους προτεινόμενο ρόστερ, υποδεικνύοντας ονομαστικά τους παίκτες που πρέπει να αντικαταστήσουν τους φευγάτους. Τα πιο πολυσυζητημένα debate αφορούν τον Ντάνιελ Χάκετ και τον Έρικ Γκιν – έκαστο για διαφορετικούς λόγους.

Ο πρώτος θεωρείται από πολλούς – όχι άδικα – ένας παίκτης που «κουμπώνει» άρτια στην ιδιοσυγκρασία του συλλόγου, με τη διάθεση, την αυταπάρνηση και την καταπίεση του «εγώ» να χαρακτηρίζουν το παιχνίδι του. Κέρδισε τον κόσμο του Ολυμπιακού ως ένας ξένος ομόψυχος με τον πολυδιαφημισμένο ελληνικό κορμό της ομάδας.

Η ειρωνεία άλλωστε είναι ότι αυτός ο ζήλος προκάλεσε και το σοβαρό τραυματισμό του, όταν σε ματς με τη διαφορά στους 19 πόντους συνέχισε να παίζει λυσσασμένη άμυνα πάνω στον Κιθ Λάνγκφορντ, που με εκείνη την «καταραμένη» προσποίηση τον άφησε κολλημένο στο παρκέ. Η ακατάληπτη διάθεση του στην άμυνα, η ευχέρεια του να ποστάρει ο ίδιος, να μαρκάρει από το 1 έως το 3 και να κάνει ένα σωρό δουλειές στο γήπεδο, ήταν δεδομένο ότι θα εξασφάλιζαν στον Ιταλό μακρά παραμονή στο λιμάνι.

Το πρόβλημα όμως την περίπτωση του – αυτό που ουσιαστικά εξασθενεί τα επιχειρήματα κόντρα στην τελική απόφαση των αδελφών Αγγελόπουλων – είναι ότι ο Ολυμπιακός έχει «καεί» ξανά και ξανά από τους τραυματισμούς. Αν το καλοσκεφτείτε πρόκειται για μια από τις πιο άτυχες ομάδες στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία, ίσως η ατυχέστερη. Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Άρβιντας Ματσιγιάουσκας, πού ήρθε ως παικταράς, χρυσοπληρώθηκε και έφυγε σακάτης, προσφέροντας ελάχιστα και σταματώντας το μπάσκετ στα 30 του.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το δράμα του Παναγιώτη Βασιλόπουλου, τις διαδοχικές ατυχίες με τον Έι Σι Λο, τη ρήξη χιαστών του Μάντζαρη Ιανουάριο του ’13 ή τα περσινά με τους Γιανγκ, Λοτζέσκι;

Ο Ολυμπιακός έπαιξε και έχασε στην περίπτωση του πρώτου, που αφίχθη ένα κανονικό αγρίμι στον Πειραιά, αλλά δεν επανήλθε ποτέ πλήρως (κυρίως ψυχολογικά) μετά τους δικούς του χιαστούς. Διοικητική και τεχνική ηγεσία πόνταραν στην ανάκαμψη του έως τέλους και η διάψευση τον προσδοκιών είναι πιθανότατα αυτή που θα ρίξει τους τίτλους τέλους στη συνεργασία με τον Χάκετ.

Το «δεδικασμένο» φυγείν αδύνατο. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει με τον Λοτζέσκι, που έχασε καθοριστικό διάστημα της σεζόν πέρσι και φέτος. Και οι τρεις αμείβονται με περίπου 800.000 ευρώ το χρόνο και οι ερυθρόλευκοι σκοπεύουν να δαπανήσουν αυτά τα χρήματα για πιο υγιείς λύσεις. Αν δεν είχαν ήδη ρισκάρει επανειλημμένα, χάνοντας (εκτός από τίτλους και) τόσα χρήματα, ίσως τα πράγματα στην περίπτωση του κορυφαίου σούτερ και του πιο all around περιφερειακού να ήταν διαφορετικά.

Σε ότι αφορά τον Γκριν, τα κριτήρια φυσικά είναι εντελώς διαφορετικά. Αμιγώς αγωνιστικά. Σύμφωνα με τους ρεπόρτερ της ομάδας συνιστά έναν περίεργο τύπο εκτελεστή, που χρειάζεται να εισπράττει τυφλή εμπιστοσύνη και χρόνο στο παρκέ για να ξεδιπλώσει την ικανότητα του. Συνήθως όταν νιώθει απαραίτητος αναδεικνύεται σε killer. Κρίνεται όμως αδύναμος στην άμυνα και στη δημιουργία. Ο υψηλός μισθός του (1 εκατ. ευρώ) τον φέρνει με το ένα πόδι στην πόρτα της εξόδου. Καθότι του χρεώνεται κι άλλο ένα «ελάττωμα»: ότι δεν ταιριάζει με το παιχνίδι του Σπανούλη…

Και κάπου εδώ φτάσαμε στο προκείμενο. Το μείζον ζήτημα για τον Ολυμπιακό δεν είναι το ποιοι θα φύγουν και ποιοι θα αποκτηθούν, αλλά σε ποιο ποσοστό βλέπει την πορεία του εξαρτώμενη από τον Βασίλη Σπανούλη. Έως και σήμερα ακόμη και το μεταγραφικό πλάνο είχε ως πυρήνα και κριτήριο το παιχνίδι του αρχηγού.

Είναι πια φρόνιμο να συνεχιστεί αυτό ή πρέπει να τεθεί τώρα σε εφαρμογή η διαδικασία της απεξάρτησης; Ο Kill Bill κλείνει τα 35 τον Αύγουστο και έχει ένα χρόνο ακόμη συμβόλαιο, αλλά σύμφωνα με τους ανθρώπους που γνωρίζουν καλύτερα τις προθέσεις του, επιθυμία του είναι να παίξει για δύο ή τρία χρόνια ακόμα. Όταν είναι στο τερέν έχει εν λευκώ τα κλειδιά της οργάνωσης του παιχνιδιού, κάτι ωστόσο που γύρισε μπούμερανγκ στους τελικούς της Α1 και αυτόν της Ευρωλίγκα.

Μήπως είναι πιο ωφέλιμο να υποβαθμιστεί ο ρόλος του και από κουμανταδόρος να μετατραπεί σε ένα από τα γρανάζια της μηχανής; Είναι βέβαιο ότι ένας καθόλου ευκαταφρόνητος αριθμός οπαδών του Ολυμπιακού θα απαντούσε με με εμφατική κατάφαση σε ένα τέτοιο ερώτημα, όπως προκύπτει από τις αντιδράσεις στα social media. Άντε όμως και χαράζεις τη στρατηγική σου πάνω σε αυτό το πλάνο, πόσο εύκολο είναι να αποδεχτεί ο ίδιος ο Σπανούλης έναν εντελώς παράταιρο με την ιστορία και την έμφυτη ανάγκη του να καθοδηγεί ρόλο;

Εκτιμώ ότι για τους αδελφούς Αγγελόπουλους έφτασε η ώρα της πιο δύσκολης απόφασης από τη στιγμή που ανέλαβαν τις τύχες της ΚΑΕ. Της πιο δύσκολης και κομβικής ίσως για τα μελλούμενα, με ορίζοντα τριετίας.

Από τη μία στο ζύγι η προσφορά του αρχηγού. Το μέταλλο που σφυρηλατήθηκε από την αύρα του και η εποχή κλέους που δρομολόγησε η άφιξη του. Και από την άλλη η διάθεση να ταρακουνηθούν τα λιμνάζοντα ύδατα. Η ενστικτώδης ανάγκη ενός οργανισμού να εξελίσσεται, ιχνηλατώντας το «αύριο». Με σεβασμό, αλλά όχι αγκυλώσεις για το χθες. Μαζί και η αίσθηση ότι ο πανδαμάτωρ χρόνος είναι αμείλικτος. Μπορείς για λίγο να τον ξεγελάσεις, τιμωρεί όμως αν αποπειραθείς να αναμετρηθείς μέχρι τελικής πτώσης μαζί του…