Η αξία του να ξέρεις πότε πρέπει να βγάλεις το σκασμό στα social media

Γνωρίζουν, δεν γνωρίζουν το θέμα με το οποίο καταπιάνονται, είναι πάντα εκεί για να σου δώσουν τα «φώτα» τους. Το εύρος της θεματολογίας δε, τείνει στο άπειρο. Απύθμενο, όπως και η ανοησία τους
Δημήτρης Καναβαράκης

Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης

Ξέρω ανθρώπους που τα social media μοιάζουν δεύτερη φύση τους. Μετρ της ατάκας, γεννημένοι να… τρολάρουν, τα χρησιμοποιούν με τρόπο που αναδεικνύει σε ψυχαγωγικό το ρόλο τους.

Δεν βρίζουν, δεν προβοκάρουν, ξέρουν τη δύναμη που έχει το χιούμορ τους και «ντύνουν» με αυτό ακόμα και ένα πολιτικό ή οπαδικό (προφανώς υποκειμενικό) σχόλιο. Ακόμη κι αν διαφωνείς μαζί τους, δεν μπαίνεις στον κόπο. «Χαλάλι τους», είναι η ενστικτώδης αντίδραση, που έκαναν ξανά το χειλάκι σου να σκάσει. Χωρίς να το έχεις συνειδητοποιήσει, αυτοί είναι κατά βάθος οι άνθρωποι, που (βλέποντας τη ροή της καθημερινότητας με κέφι), σου προκαλούν πιθανώς και τον εθισμό που (δεν ξέρεις ότι) έχεις με το facebook και το twitter.

Ξέρω και άλλους – όλοι ξέρετε – που ποστάρουν μόνο όταν έχουν κάτι να πουν. Και λόγω σύνεσης, σοβαρότητας και λακκωνικής φιλοσοφίας, είναι σχεδόν πάντα «to the point». Με λόγο και κρίση που τους καθιστά… ευηπόληπτους στη διαδικτυακή κοινότητα.

Αυτοί όμως – και η μία και η άλλη κατηγορία – είναι η μειονότητα. Οι άλλοι, οι πολλοί, έχουν βαλθεί να δικαιώσουν τον «Dirty Harry» στην περίφημη ατάκα περί του τι συνιστά άποψη. Γνωρίζουν, δεν γνωρίζουν το θέμα με το οποίο καταπιάνονται, είναι πάντα εκεί για να σου δώσουν τα «φώτα» τους. Το εύρος της θεματολογίας δε, τείνει στο άπειρο. Απύθμενο, όπως και η ανοησία τους.

Δεν έχει σημασία αν είναι άσχετος με το αντικείμενο που σχολιάζει, είναι απλώς υποχρεώση του να σχολιάσεις. Έτσι εκλαμβάνει το προσωπικό status: ως καθημερινό βήμα που ΠΡΕΠΕΙ να δικαιολογήσει το «μεροκάματο» στο σερφάρισμα και την ενημέρωση. Δεν πα να μην έχει ιδέα για το θέμα; Οφείλει να πάρει θέση. Προέχει η αυτοεπιβεβαίωση του από κοινωνικά ενεργός, έως «ψαγμένος». Το νιώθει (;) ότι η ματαιοδοξία του τρεφέται από μερικά δεκάδες likes, αλλά δεν μπορεί να το σταματήσει.

Η ανάγκη για διάκριση ορίζει τις εντολές στο πληκτρολόγιο. Όταν ποστάρει ασταμάτητα, όλο και κάποιοι θα τσιμπήσουν. Το «ακροατήριο» του άλλωστε αυτό περιμένει δήθεν, την εξυπνάδα του, τη βαρυσήμαντη οπτική του για τα πράγματα. Ας είναι και παπαριά, βουτηγμένη στην ανακρίβεια – λεπτομέρειες.

Ο τοίχος του είναι ο ομφάλιος λώρος του με το δημόσιο διάλογο. Συνδέει τον καναπέ του με τον έξω κόσμο. Εικάζει, αλλά δεν είναι ακόμα σίγουρος ότι αποτελεί και τον καθρέφτη της προσωπικότητας του. Για το άλλο έχει κατασταλάξει. Ποτέ άλλοτε δεν μπορούσε να πεις τόσο ηχηρά, σε τόσους πολλούς την άποψη του. Το ότι το κάνει από την ασφάλεια της δικής, του, ιδιόκτητης αρένας, είναι αξία ανεκτίμητη.

Τα παραδείγματα είναι διαρκή, εσχάτως οι πυρκαγιές και η υπόθεση Αντετοκούνμπο μας θύμισαν ότι η άποψη είναι σαν την κωλ…πιδα. Και τι δεν διαβάσαμε για τον Γιάννη. Κάποιοι θυμήθηκαν το ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος (έλεος), άλλοι επιβεβαιώθηκαν τάχα που θεωρούσαν ότι… Αφρικανέ, Αφρικάνε, δεν θα νιώσεις Έλληνας ποτέ. Τον είπαν έως και θεατρίνο, άλλοι κράζουν τους Bucks, σαφώς περισσότεροι την ομοσπονδία και το θέμα ξέφυγε τόσο, ώστε να καταγγέλλονται και οι «μαλάκες, οι φασίστες που έβγαλαν το εθνικόμετρο».

Ένας debate ακατάσχετης μπουρδολογίας, με συντονιστές κάθε λογής άσχετους που διαγωνίζονται ποιος θα στάξει περισσότερο φαρμάκι. Και όλα αυτά για ένα θέμα εντελώς δυσανάλογης βαρύτητας με το θόρυβο που έχει προκληθεί στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Το ανήγαγαν σε μείζον οι ξερόλες. Η άλλη όψη των οποίων είναι το προβοκάρισμα και ο αφορισμός της αντίθετης άποψης.

Θα ‘ταν βολικό να πιστεύουμε ότι όσοι δεν γνωρίζουν το πότε έχει αξία να σωπάσουν στα social media είναι λίγοι. Στην πραγματικότητα όμως αρκούν ώστε, εκτός από καθρέφτες της μισαλλοδοξίας τους, να φαντάζουν οι «τοίχοι» τους κι ένα κομμάτι γυαλί από τον καθρέφτη της κοινωνίας μας.