Είναι καιρός να αφήνουμε τους Αμίρ να γίνονται σημαιοφόροι

Αμίρ
Ας γίνουμε μια φορά κι εμείς παραστάτες.

Ο καιρός έχει πάντοτε γυρίσματα. Και τα γυρίσματα του είναι εκείνα που αποφασίζουν τι θα φωτιστεί περισσότερο. Η πιο εύκολη επιλογή είναι να χαρακτηρίσεις κάποιον και να θεωρήσεις ότι ο εκάστοτε χαρακτηρισμός σημαίνει για εκείνον τα πάντα. Εσχάτως, είναι περισσότερες οι φορές που ο Έλληνας χαρακτηρίζεται από μια ξενοφοβία (για να είμαστε επιεικείς) παρά για κάτι θετικό. Η περίπτωση του Αμίρ φώτισε ξανά πλευρές που δεν πρέπει να ζήσουν.

Οι αντιδράσεις του κόσμου στα social media άγγιζαν ή και αγκάλιαζαν τον ρατσισμό, τον φασισμό, την απολυτότητα. Για μια στιγμή όμως. Ποιος είναι ο κόσμος; Ποιος ξέρει ποιο είναι αυτό το μέγεθος; Είναι μετρήσιμο; Ναι. Το έχει μετρήσει κανείς; Όχι. Δεν μιλάω μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά. Οι μανιασμένες και δίχως λογική βάση φωνές ακούγονται πάντα περισσότερο. Γιατί θέλουν να υψώσουν την δύναμη τους και να σταματήσουν να νιώθουν μικρές και ανύπαρκτες. Σε πολλές κοινωνίες συμβαίνει.

Είναι στιγμές που με φοβίζουν αυτές οι φωνές. Ειδικά όταν στέκονται καταγγελτικά απέναντι σε ένα 11χρονο παιδί. Όποιο κι αν είναι. Είτε λέγεται Αμίρ είτε Μπουράκ. Είτε έχει δύο πόδια είτε περπατάει πάνω σε ξυλοπόδαρα. Ακόμα πιο φοβιστικό είναι ότι η ένταση τέτοιων απεχθών φωνών έχουν τη δύναμη να οπλίσουν χέρια που εισβάλλουν στο σπίτι της οικογένειας του Αμίρ και το κάνουν λίμπα για να τρομάξουν τον «εχθρό».

Έτσι βλέπουν τον Αμίρ κι έτσι ορίζουν το περιβάλλον τους. Πας μη Έλλην βάρβαρος. Όχι με την πραγματική σημασία που είχε όταν πρωτοειπώθηκε. Αλλά με την ξεμωραμένη σημερινή. Τότε η περηφάνια ήταν για την ανωτερότητα. Τώρα περηφανευόμαστε για την κατωτερότητα μας. Ξαφνικά δημιουργείται μια αίσθηση πως το ρατσιστικό μένος έχει καταλάβει όλη την κοινωνία. Δεν (θέλω να) πιστέψω ότι ισχύει αυτό. Γιατί για κάθε φορά που συμβαίνει ένας Αμίρ, έρχεται και μια Μόρια, μια προσφυγική κρίση που δημιουργεί έναν Όλυμπο αλληλοβοήθειας στην πλατεία Συντάγματος. Είναι οι περιστάσεις που δίνουν το κίνητρο. Κάποια στιγμή όμως θα πρέπει να πάψουν τέτοιες περιστάσεις.

«Όποιος είναι πατριώτης τον λέμε ρατσιστή» θα πει μια φωνή. Λάθος. Όποιος είναι πατριώτης είναι πατριώτης. Και πατριωτισμός σημαίνει «αγκαλιάζω τον άλλον, του δείχνω ότι υπάρχει μια δύναμη σε τούτο τον τόπο που παρέχει ασφάλεια και φτιάχνει όνειρα κι ελπίδες». Πατριωτισμός είναι να βάζω στην μέθεξη της αγάπης για την ελληνική σημαία όποιον επιθυμεί να την τιμήσει. Μπορεί ένα 11χρονο παιδί να μην έχει απόλυτη συνείδηση της σημασίας της εκείνη τη στιγμή, αλλά μέσα του η θέα της, η υφή της, εγγράφεται με ένα συνταρακτικό συναίσθημα. Αν ο Αμίρ το θέλει και το νιώθει, ποιος έχει δικαίωμα να του απαγορεύσει να το πράξει; Ή μήπως δεν υπήρξαν στιγμές στο παρελθόν μας που σημερινοί Έλληνες ήταν οι τότε ξένοι. Παστρικές και πουτάνες δεν έλεγαν τις γυναίκες που ήρθαν από τη Μικρά Ασία;

Έπειτα είναι και το άλλο. Παιδιά όπως ο Αμίρ στέκονταν μια ζωή στη θέση του παραστάτη. Όχι γιατί δεν είχαν την ικανότητα. Αλλά γιατί κάποιοι άλλοι έμεναν ετσιθελικά σημαιοφόροι. Κάποιοι άλλοι κρατούσαν παραστάτες και υπό αυτούς τους ανθρώπους. Τα μεγάλα ψάρια ανάγκαζαν τα μεσαία να πατάνε τα κεφάλια των μικρών. Πώς είναι δυνατόν να βλέπεις στο πρόσωπο του μικρού έναν εχθρό; Αν υπάρχει τέτοιος, αν κάποιος προκαλεί φόβο στον άλλο, τότε δεν είναι σίγουρα ο 11χρονος.

Το Ωραιόκαστρο επαναλήφθηκε με το όνομα Δάφνη, αλλά δεν γίνεται να επικρατήσει. Πάντοτε ο σεβασμός και η προστασία του ανθρώπου θα νικά. Οποιουδήποτε ανθρώπου. Με γονείς τον Γιώργο και τη Μαρία ή με γονείς τον Ενκουλού και την Μπαϊρό. Γιατί όλοι θέλουν-με τα καλύτερα για τα παιδιά μας. Για σένα ο Αμίρ είναι ο άλλος, αλλά για μένα το δικό σου παιδί είναι ο άλλος. Εσύ είσαι ο άλλος για όλους εκείνους που θεωρείς άλλους. Τι είναι καλύτερο; Να επιθυμείς για τους άλλους την παρεμπόδιση των δικαιωμάτων τους και να το ποθούν όλοι αυτοί για σένα; Ή να υπερασπίζεται τα δικαιώματα τους και μετά να τα υπερασπίζονται όλοι αυτοί για σένα;