Ο «αντεροβγάλτης του Υψηλάντη» σκόρπισε πτώματα και τρόμο

Υψηλάντη
Όταν ακούς τον χαρακτηρισμό «αντεροβγάλτης του Υψηλάντη» φαντάζεσαι πιθανότατα κάποιον τύπο που δολοφόνησε ένα από τα μέλη της γνωστής από την επανάσταση του ’21 οικογένειας. Δεν είναι, όμως, έτσι.
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Βρείτε μας στο Facebook

Η προτομή του Δημητρίου Υψηλάντη, που στέκει μπροστά από το υδραγωγείο, ανάμεσα σε μια ελληνική και μια αμερικανική σημαία, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας για το πού οφείλει το Ypsilanti το όνομά του. Η πόλη πήρε το όνομα του ήρωα της επανάστασης την ίδια χρονιά που εκείνος νικούσε τους Τούρκους στη μάχη της Πέτρας το 1829. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο κάθε ένας από τους 20.000 κατοίκους θα μπορούσε να είναι υπερήφανος. Παρά το γεγονός ότι συχνά πολλοί το προφέρουν «Γιουπσιλάντι», αδιαφορώντας για την ιστορία ή απλά «Ίπσι».

Ίσως για τους περισσότερους από τους σημερινούς πολίτες του Μίσιγκαν να θεωρείται πιο σημαντικό το ότι από εκείνα τα μέρη ξεκίνησε η πίτσα Domino’s τη δεκαετία του ’60. Ή ακόμη και το γεγονός πως κάποτε έζησε εκεί σε ένα τροχόσπιτο ο Ίγκι Ποπ. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για μια πάρα πολύ ήσυχη επαρχιακή πόλη όπου οι πάντες γνωρίζονται μεταξύ τους. Πράγμα που ίσχυε ακόμη περισσότερο πριν από σχεδόν 50 χρόνια, όταν δύο έφηβοι ανακάλυψαν τυχαία το πρώτο από τα θύματα του «αντεροβγάλτη του Υψηλάντη».

Αν και το πτώμα βρισκόταν σε φάση αποσύνθεσης, ο ιατροδικαστής μέτρησε περίπου 30 μαχαιριές στο κορμί της νεαρής γυναίκας.

Αποδείχθηκε πως ήταν μια 19χρονη φοιτήτρια που σπούδαζε στο κοντινό Eastern University. Το μακάβριο εύρημα ταρακούνησε την τοπική κοινωνία που σύντομα πέρασε σε κατάσταση σοκ. Στην επιφάνεια βγήκαν όχι μόνο κι άλλα πτώματα, αλλά και ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Τα θύματα είχαν βρει το θάνατο με πνιγμό ή μαχαίρι. Είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά και ο δολοφόνος είχε προχωρήσει σε κάποια μορφή ακρωτηριασμού ολοκληρώνοντας το σαδιστικό του έργο. Σε ορισμένες περιπτώσεις κάποια μέλη (ένα δάχτυλο ή ακόμη κι ένα χέρι ας πούμε) δεν βρέθηκαν ποτέ.

Όλα ήταν νεαρά κορίτσια που σπούδαζαν σε κάποιο από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της περιοχής.

Ο Τύπος έκανε λόγο για τον «φονιά των μαθητριών» και στην περιοχή επικράτησε πανικός και φόβος. Κάθε κοπέλα με λευκό δέρμα και καστανά μαλλιά θα μπορούσε να είναι η επόμενη στη λίστα του μανιακού δολοφόνου. Σχεδόν ένα χρόνο μετά την πρώτη νεκρή, οι αστυνομικοί ανακάλυπταν το πέμπτο πτώμα. Ο «αντεροβγάλτης» είχε ξεπεράσει ακόμη κάθε όριο.

Η Ντον Μπέισομ ήταν μόνο 13 ετών.

Το κορμί της βρέθηκε πεταμένο σε ένα ερημικό δρομάκι. Φορούσε μόνο ένα μπλουζάκι και το σουτιέν της, που βρέθηκε τυλιγμένο στον λαιμό της. Οι μαχαιριές ήταν αμέτρητες. Στο στήθος, τα γεννητικά όργανα, τα οπίσθια, στην κοιλιά. Στο στόμα της είχε μείνει το μαντήλι με το οποίο ο βασανιστής της είχε εξασφαλίσει πως δεν θα ακούγονταν οι φωνές της. Τουλάχιστον δεν είχε βιαστεί, αλλά έτσι κι αλλιώς το «Γιουπσιλάντι» είχε χάσει και τα τελευταία ίχνη της αθωότητάς του.

Το καλοκαίρι του 1969 βρέθηκε και το έβδομο θύμα του serial Killer.

Μια 18χρονη φοιτήτρια, πεταμένη σαν αντικείμενο σε μια φάρμα. Οι ντεντέκτιβς εντόπισαν μερικές πολύ σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα προηγούμενα. Στον κόλπο της υπήρχε σπέρμα, σε μια εποχή βέβαια που η ανάλυση dna αποτελούσε ακόμη επιστημονική φαντασία. Επιπλέον, όμως, ανακάλυψαν και ξανθές τρίχες που θα μπορούσαν να «δείξουν» τον δράστη. Οι αστυνομικοί αντιλήφθηκαν πως ο δολοφόνος δεν είχε μετακινήσει το θύμα, όπως είχε κάνει με τα υπόλοιπα. Άλλωστε, η Κάρεν Σου Μπάινεμαν πριν από μόλις 3 μέρες ήταν ακόμη ζωντανή.

Γυρνώντας το χρόνο 72 ώρες πίσω, οι Αρχές μπόρεσαν να φτάσουν στον ύποπτο που έψαχναν εναγωνίως κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία μιας ιδιοκτήτριας καταστήματος, η 18χρονη κοπέλα έκανε τα ψώνια της και στη συνέχεια είπε: «Πρέπει να είμαι το πιο θαρραλέο ή ηλίθιο κορίτσι του κόσμου γιατί μόλις δέχτηκα να με πάει βόλτα αυτός ο τύπος». Ο «τύπος» αποδείχτηκε πως ήταν ο Τζον Νόρμαν Κόλινς που ταίριαζε στα κριτήρια που θα πληρούσε λογικά ο ένοχος. Είχε περάσει από το πανεπιστήμιο, όπου κατηγορήθηκε για μικροκλοπές και απόπειρα βιασμού,. Διέθετε μηχανή σαν αυτή που είδε η ιδιοκτήτρια και επιπλέον αναγνωρίστηκε από αυτήν στη γραμμή των υπόπτων. Συνολικά 7 μάρτυρες δήλωσαν ότι τον είχαν δει μαζί με το θύμα ή κάπου εκεί κοντά τη μέρα της εξαφάνισής της.

Ακόμη και αυτά τα στοιχεία όμως θα θεωρούνταν περιστασιακά σε ένα δικαστήριο και δεν θα αρκούσαν για να τον καταδικάσουν. Τουλάχιστον όχι τον αριστούχο μαθητή και πρώην αρχηγό της ποδοσφαιρικής ομάδας του γυμνασίου του Ypsilanti.

Ωστόσο με τα μέσα που ήταν διαθέσιμα εκείνα τα χρόνια, υπήρξε μια (μερική) ταυτοποίηση γενετικού υλικού που στρίμωξε όσο τίποτα άλλο τον Κόλινς ενώπιον των ενόρκων. Σε υπόγειο σπιτιού που ανήκε σε θείο του βρέθηκαν τρίχες του θύματος, γεγονός που την τοποθετούσε εκεί. Αντικρούοντας τη θέση του φερόμενου ως δράστη ότι δεν την είχε δει ποτέ στη ζωή του.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε πως οι κηλίδες αίματος που επίσης υπήρχαν στον χώρο (παρά την εμφανή προσπάθεια καθαρισμού του) ήταν της ίδιας ομάδας αίματος με εκείνη. Όλα αυτά βέβαια δεν μπορούσαν να αποδειχτούν πέραν κάθε αμφιβολίας καθώς –είπαμε- το dna ήταν άγνωστο, τουλάχιστον σε επίπεδο νομικής επιστήμης.

Αφού εξετάστηκαν 47 μάρτυρες κατηγορίας και 5 υπεράσπισης και μετά από καταθέσεις επιστημόνων σχετικά με το αποδεικτικό υλικό, στις 19 Αυγούστου 1970 το δικαστήριο έκρινε τον Κόλινς ένοχο για τη δολοφονία της Μπάινεμαν. Η ποινή του ορίστηκε σε ισόβια και ο μόνος λόγος που απέφυγε τη θανατική ήταν το γεγονός ότι η πολιτεία του Μίσιγκαν υπήρξε η πρώτη αγγλόφωνη περιοχή του πλανήτη που την είχε καταργήσει. Αλλού δεν θα είχε την ίδια τύχη. Από τότε βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή.

Ουδέποτε όλα αυτά τα χρόνια δεν παραδέχτηκε την ενοχή του και συνεχίζει να υποστηρίζει πως είναι αθώος. Όχι μόνο για τον φόνο για τον οποίο καταδικάστηκε, αλλά και για όλους τους οποίους χρεώθηκε και δεν λογοδότησε ποτέ σε δικαστήριο.

Πλέον έχει αλλάξει το επώνυμό του σε Τσάπμαν και βλέπει κάθε προσπάθειά του για αναψηλάφηση της δίκης, αναστολής της ποινής του ή χάρη να πέφτει στο κενό. Είναι πια 70 ετών και απλά περιμένει να πεθάνει, γνωρίζοντας πως ο δικός του θάνατος, θα είναι πολύ λιγότερο οδυνηρός από εκείνους των υποτιθέμενων θυμάτων του.

Ή των θυμάτων του «αντεροβγάλτη του Υψηλάντη», στην περίπτωση που έχει δίκιο.