Μισό αιώνα σε ένα κελί 2Χ2: Ο «Μαύρος Πάνθηρας» που έγινε σύμβολο κατά του ρατσισμού

Ο άνθρωπος που περνούσε 23 ώρες το 24ωρο σε 4 τετραγωνικά μέτρα
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Για να περάσει ένας άνθρωπος σχεδόν μισό αιώνα στη φυλακή, σίγουρα θα πρέπει να έχει κάνει κάτι πραγματικά κακό. Αν, μάλιστα, το ίδιο διάστημα αποφασίστηκε να περιοριστεί στην απομόνωση, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η επαφή του με οποιονδήποτε άλλο, τότε μάλλον μιλάμε για τέρας επιπέδου Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο Άλμπερτ Γούντφοξ σίγουρα δεν υπήρξε άγιος, αλλά η τιμωρία του μοιάζει δυσανάλογη σε σχέση με το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. Κι αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η δική του εκδοχή μοιάζει πιο πειστική από εκείνη της αμερικανικής δικαιοσύνης.

Δεν βρέθηκε πεταμένος σ’ ένα κελί για το φόνο ενός σωφρονιστικού υπαλλήλου (κατηγορία που επανειλημμένα αρνήθηκε), αλλά διότι ήταν μαύρος. Ακόμη χειρότερα, ένα μέλος του Black Panther Party. Ενός κινήματος που πίσω στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 αποφάσισε να διεκδικήσει από το σύστημα ισονομία και ισότητα, ανεξάρτητα από το φύλο ή το χρώμα. Η απομόνωση ήταν η τιμωρία γι’ αυτούς που πάλεψαν για την ελευθερία.

Το γεγονός

Μαχαίρωσε μέχρι θανάτου ο Άλμπερτ Γούντφοξ τον δεσμοφύλακα των φυλακών της Λουϊζιάνα το 1971; Ίσως. Κανείς δεν μπορεί να βάλει στοίχημα το κεφάλι του για την αθωότητά του. Η δικαιοσύνη αποφάσισε πως το έκανε. Μπορεί η υπεράσπιση να φωνάζει για έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και μαρτύρων που να τον συνδέουν με το έγκλημα, αλλά η απόφαση ήταν καταδικαστική.

Μπορεί η Διεθνής Αμνηστία να τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του, αλλά αυτό δεν εμπόδισε την εκτέλεση της ποινής και μάλιστα στη χειρότερη μορφή της. Ο Γούντφοξ βρέθηκε στην απομόνωση από την οποία έβγαινε μόνο μια ώρα κάθε μέρα. Και την άφησε πίσω του οριστικά και αμετάκλητα το 2015, έχοντας περάσει 43 ολόκληρα χρόνια σε ένα κελί 2Χ2! Το μεγαλύτερο διάστημα εγκλεισμού τέτοιου τύπου στην αμερικανική ιστορία.

Πριν την καταδίκη

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε μετά την απελευθέρωσή του ήταν να επισκεφθεί το Χάρλεμ. Εκεί όπου πριν καλά-καλά κλείσει τα 20 ήρθε σε επαφή με τους «Μαύρους Πάνθηρες» το 1969. Ακόμη και τότε υπήρχαν επιτυχημένοι μαύροι στις ΗΠΑ. Στην τηλεόραση, στις επιστήμες ή τον αθλητισμό πολλοί έσπασαν τις προκαταλήψεις και τις αγκυλώσεις της κοινωνίας που μέχρι σχετικά πρόσφατα τους αντιμετώπιζε ως «ελεύθερους σκλάβους».

Προφανώς ο μαύρος θεωρητικά είχε τα ίδια δικαιώματα με ένα λευκό, αλλά ακόμη κι αν κατάφερνε να ξεφύγει από τα «δεσμά» του, δεν μπορούσε να νικήσει το φόβο.

Ακόμη και τα επιτυχημένα μέλη της μαύρης κοινότητας όφειλαν περίπου να υιοθετήσουν τον τρόπο ζωής και σκέψης ενός λευκού για να έχουν το κεφάλι τους σχετικά ήσυχο. Οι υπόλοιποι απλά συλλαμβάνονταν ή πυροβολούνταν στους δρόμους. Περίπου όπως συμβαίνει και σήμερα, απλά σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση.

Εκεί στη Νέα Υόρκη, όμως, ο Γούντφοξ γνώρισε ομοίους του που δεν σκέφτονταν έτσι. Δεν ήταν μαύροι που ήθελαν να ζήσουν ή να πετύχουν προσποιούμενοι ουσιαστικά τους λευκούς. «Ο τρόπος που μιλούσαν ή κινούνταν έδειχνε πως δεν φοβούνταν. Ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζα έναν μαύρο που στα μάτια του δεν φαινόταν φόβος», θα πει αργότερα σε συνέντευξή του.

«The Angola Three»

Ουσιαστικά το κίνημα υιοθέτησε μια πιο ενεργητική και αντιδραστική στάση απέναντι στις φυλετικές διακρίσεις που βασίλευαν ακόμη στις ΗΠΑ, παρά τους νόμους που προέβλεπαν το αντίθετο. Σε έναν πόλεμο, όπως αυτός που λάμβανε χώρα στους δρόμους, τις συνοικίες και τις πόλεις των ΗΠΑ, ακρότητες υπήρξαν και από τις δύο πλευρές.

Σαφώς δεν χρειάζεται να αναφέρουμε καν ποιος έχει το κατά πολύ μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Η ιστορία έχει μιλήσει. Η βία και η διάκριση με βάση το χρώμα είναι ένας καλός λόγος για να βγάλει αντίδραση εκείνος που την υφίσταται. Έστω κι αν καταφεύγει σε παράνομες πράξεις.

Το ιστορικότερο γεγονός που έχει συνδεθεί με τη δράση των Μαύρων Πανθήρων έλαβε χώρα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικό. Στις 16 Οκτωβρίου 1968, οι Αμερικανοί Τόμι Σμιθ και Τζον Κάρλος και ο Αυστραλός Πήτερ Νόρμαν ανεβαίνουν στο βάθρο για την απονομή των μεταλλίων στα 200 μέτρα.

Κατά τη διάρκεια της απονομής ο Σμιθ σήκωσε τη δεξιά, γαντοφορεμένη στα μαύρα, γροθιά του για να συμβολίσει τη μαύρη δύναμη στην Αμερική και ο Κάρλος την αριστερή για να συμβολίσει τη μαύρη ενότητα.

Το αποτέλεσμα ήταν να εκδιωχθούν σχεδόν με τις κλωτσιές από το Ολυμπιακό Χωριό. Επέστρεψαν στις ΗΠΑ, όπου αφού τους αφαιρέθηκαν τα μετάλλια, ενώ αποκλείστηκαν διά παντός από Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτό πάντως μικρή σημασία είχε για τους ίδιους δεδομένου πως η κοινότητα των αφροαμερικανών τους υποδέχθηκε σαν ήρωες ενώ προς τιμήν του στήθηκαν ακόμα και ανδριάντες!

Την πιο σκληρή μοίρα την είχε ο Αυστραλός Νόρμαν, ο οποίος είχε φορέσει στο πέτο της φόρμας του την κονκάρδα των Μαύρων Πανθήρων. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του απομονώθηκε από τους πάντες και πέθανε κυριολεκτικά στην ψάθα (2006), ζητιανεύοντας για να βγάλει τα προς το ζην.

Μόλις το 2012 το κοινοβούλιο της Αυστραλίας τον κατέταξε ανάμεσα στους κορυφαίους αθλητές της χώρας και με επίσημη απόφαση το όνομά του αποκαταστάθηκε.

Αυτό ήταν το κλίμα της εποχής, όταν το 1971 ο Γούντφοξ και άλλα δύο άτομα συνελήφθησαν για ένοπλη ληστεία. Καταδικάστηκαν σε 25ετή κάθειρξη και στάλθηκαν στη φυλακή. Όχι σε οποιαδήποτε, αλλά στο σωφρονιστικό ίδρυμα της Λουϊζιάνα, το οποίο αποκαλούνταν «Ανγκόλα». Στη συνείδηση του κόσμου έμειναν γνωστοί ως «The Angola Three».

Πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στην απομόνωση. Σε ξεχωριστά κελιά, μακριά από όλους τους άλλους. Όσο κι αν το σύστημα επέμενε πως ένα τέτοιο δραστικό μέτρο λήφθηκε για τη δική τους προστασία, μοιάζει δεδομένο πως απλά ήταν μια επίδειξη δύναμης προς άλλους. Ένα μήνυμα προς κάθε έναν που είχε στην άκρη του μυαλό του το ενδεχόμενο να διεκδικήσει κάτι περισσότερο από όσα του επέτρεπαν οι κοινωνίες και οι νόμοι των λευκών.

Οι «Μαύροι Πάνθηρες» έπρεπε να εξαλειφθούν και η συμπεριφορά απέναντι στους τρεις της Ανγκόλα έδειχνε επακριβώς ποια θα ήταν η τύχη εκείνων που θα τολμούσαν να σηκώσουν ανάστημα.

Στη φυλακή

Όταν ο 23χρονος δεσμοφύλακας Μπρεντ Μίλερ έπεφτε νεκρός, η μοίρα των τριών είχε σφραγιστεί για πάντα. Την επομένη της καταδίκης τους είχε ήδη ξεκινήσει ο αγώνας για την ελευθερία. Η απάντηση ήταν η απομόνωση. Κάθε επαφή απαγορεύτηκε και ο κόσμος τους περιορίστηκε στα 4 τετραγωνικά του κάθε κελιού.

«Έβαλαν φυλακή το σώμα μου, όχι όμως και το μυαλό μου» απάντησε ο Γούντφοξ, σε ερώτηση για το πώς κατόρθωσε να μην σαλέψει όλο αυτό το διάστημα.

Αντί να σπάσει και να παραιτηθεί, όπως ήλπιζαν οι κατήγοροί του, εκείνος εξελίχθηκε σε σύμβολο αντίστασης. Στην προσπάθεια να τον σωπάσουν, δημιούργησαν την πιο δυνατή φωνή κατά του ρατσισμού. Μέσα από την απομόνωση του, ο Γούντφοξ μετατράπηκε σε μια διαρκή πληγή.

Παράλληλα με την προσπάθεια των δικηγόρων του να αποδείξουν την αθωότητά του, λάμβανε χώρα και μια δεύτερη -ακόμη σημαντικότερη- μάχη. Εκείνη που αφορούσε όχι τη δική του ζωή, αλλά όλων όσων βρέθηκαν για οποιοδήποτε λόγο πίσω από τα κάγκελα. Και -φυσικά- για όσους κρίνονταν με διαφορετικά μέτρα και σταθμά ανάλογα με το χρώμα του δέρματός του.

Εάν η αντίσταση στις διακρίσεις ζητούσε ένα πρόσωπο για να ταυτιστεί, αυτό ήταν εκείνο του ανθρώπου που συνέχισε να ζει αποκομμένος από τα πάντα. Ακόμη κι όταν οι άλλοι δύο συγκρατούμενοί του τελικά απελευθερώθηκαν, ο Άλμπερτ Γούντφοξ παρέμενε έγκλειστος.

Στο μεταξύ είχε γεράσει, είχε καρκίνο στο συκώτι και απείχε πολύ από την εικόνα του ισχυρού μαύρου πάνθηρα που δυνητικά θα μπορούσε να θέσει ζωές σε κίνδυνο.

Οι φωνές για την απελευθέρωσή του ή και για αναψηλάφηση της δίκης γίνονταν ολοένα και πιο ισχυρές. Το σύστημα αντιλήφθηκε πως αυτός ο τύπος κατάφερε το αδιανόητο. Να προκαλεί περισσότερα προβλήματα ως έγκλειστος, παρά έξω στους δρόμους.

Η απελευθέρωση

Τρεις φορές δικαστήριο είχε αποφανθεί υπέρ της απελευθέρωσής του. Ισάριθμες η απόφαση ανατράπηκε. Κάθε φορά που ο Γούντφοξ άγγιζε την ελευθερία, την έβλεπε να ξεμακραίνει. Τελικά του έγινε μια προσφορά. Μια συμβιβαστική πρόταση την οποία είχε αρνηθεί πολλές φορές στο παρελθόν.

Αποδέχτηκε την ενοχή του για φόνο εξ αμελείας (και όχι από πρόθεση όπως είχε καταδικαστεί) και τελικά τον Φεβρουάριο του 2016 περπάτησε για πρώτη φορά ως ελεύθερος άνθρωπος.

Βαδίζοντας πια στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, ο Γούντφοξ είχε ελάχιστη σχέση με τον νεαρό που είδε για 43 χρόνια το πιο σκληρό πρόσωπο των σύγχρονων μορφών ρατσισμού. Έχοντας αποκηρύξει σε μεγάλο βαθμό τη βία της νιότης του, μετατράπηκε σε ένα σύμβολο. Κάποτε ο διαβόητος αρχηγός του FBI, J.E Hoover είχε αποκαλέσει τους «Μαύρους Πάνθηρες» ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη χώρα.

Πάνω σε αυτή τη λογική οικοδομήθηκε το πλαίσιο που έστειλε έναν άνθρωπο στην απομόνωση για πάνω από 4 δεκαετίες. Η πορεία της ιστορίας πολλάκις έχει αποδείξει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για μια πολιτεία είναι να χάσει την ανθρωπιά της. Και ακόμη χειρότερα, να το κάνει επιλεκτικά, στη βάση διακρίσεων, περιορισμών και βίας απέναντι σε ορισμένα -μόνο- κομμάτια της.