Τα Διάφανα Κρίνα τραγουδάνε ακόμα για τις ψυχές μας

Στις 3 Σεπτέμβρη του 2016 ο Θάνος Ανεστόπουλος άφησε αυτόν τον κόσμο. Αλλά είχε προλάβει να πει το μεγάλο αντίο ένα χρόνο πριν, σε εκείνο το ξεχωριστό live: χιλιάδες μικρές ιστορίες φιλοξενήθηκαν τούτη τη μέρα κάτω από τη σκηνή...
Δημοσθένης Χριστόπουλος

Γράφει ο Δημοσθένης Χριστόπουλος

Ήταν πιτσιρίκα όταν διαλύθηκαν, δεν πρόλαβε ποτέ να τους δει live. Κι άλλες μπάντες γούσταρε, αλλά αυτοί της έβγαζαν κάτι ιδιαίτερο. Η μουσική τους, οι στίχοι τους, η μελαγχολία τους της θύμιζαν πάντα την μοναξιά που ένιωθε σε αυτή την επαρχιακή παλιοπόλη που μεγάλωνε. Εκεί που όλοι άκουγαν σκυλάδικα, εκεί που όλοι ήταν με το ζόρι χαρούμενοι, κεφάτοι, πετυχημένοι, στα όρια του νεοπλουτισμού με τους Αλβανούς της περιοχής να τους κάνουν τις δουλειές στο σπίτι.

Για τους γύρω της, για τους δασκάλους, για τους γονείς της, για τα υπόλοιπα παιδιά του σχολείου ήταν η απροσάρμοστη, η αλλόκοτη της φάσης, μια θλιμμένη μέσα στην γιορτή. Ένιωθε λες και είχε πάνω της ένα σημάδι. Στην πραγματικότητα, δεν την ένοιαζε πολύ, ίσα-ίσα: το απολάμβανε να διαφέρει από όλες αυτές τις μπούρδες που την περιέβαλαν. Το βασικό της πρόβλημα ήταν ότι αυτή η αίσθηση πήγαινε σετ με το τίμημα της μοναξιάς.

«Πως θες να σ’ αγαπήσουνε με τούτο το σημάδι;», είχε γράψει στο θρανίο της γιατί ήταν λες και ο Θάνος απευθυνόταν σε αυτή όποτε τον άκουγε να το τραγουδάει. Όταν η μοναξιά βαρούσε κόκκινο, τις στιγμές εκείνες που η φυγή από αυτό το κωλοχώρι έμοιαζε πολύ μακρινή, κλεινόταν στο δωμάτιό της, φορούσε τα ακουστικά της και χτυπιόταν με την Μουχλαλούδα.

«Κάθε μεσημέρι καίγεσαι από ένα πόνο αβάσταχτο, πεταλούδα ξάφνου γίνεσαι», φώναζε ο Θάνος στα αυτιά της και εκείνη γύριζε γύρω από τον εαυτό της με ένταση. «Σε φωτιά μεταμορφώνεσαι, κάθε μεσημέρι καίγεσαι…», τον άκουγε να της λέει και χτυπιόταν με κλειστά μάτια.

«Μαζί θα πάμε, ε;», έλεγε σε Εκείνη έξι χρόνια μετά την τελευταία φορά που χτυπήθηκε με την Μουχλαλούδα στο δωμάτιο του πατρικού της. Εκείνο το πρωί που καθόντουσαν στην κουζίνα και προσπαθούσαν να διαχειριστούν το χανγκόβερ από τα ποτά της προηγούμενης μέρας, εκείνο το πρωί που έμαθαν για την συναυλία που θα έδιναν ξανά τα Κρίνα με αφορμή την κατάσταση του Θάνου.

Στην Αθήνα είχε βρει επιτέλους τον εαυτό της. Για την ακρίβεια, είχε την ελευθερία να τον ψάξει. Διάολε, η ζωή που ήθελε να κάνει από πιτσιρίκα, πλέον της είχε γίνει ρουτίνα. Ούτε αυτή η ζωή δεν της έφτανε, ήθελε παραπάνω πράγματα. Όμως αυτό ήταν τόσο απελευθερωτικό.

Αυτή η δυνατότητα να διεκδικεί παραπάνω και μετά να μην της φτάνουν και να συνεχίζει να διεκδικεί παραπάνω την έκανε να νιώθει τόσο ελεύθερη. Η μοναξιά ήταν πια παρελθόν, είχε άλλες σκοτούρες. Τα Κρίνα βέβαια δεν έπαψε ποτέ να τα αγαπάει. Και ας έπαψε πλέον να τα έχει ανάγκη. Βασικά, ίσως για αυτό να συνέχιζε να τα αγαπάει.

Η μουσική τους έμοιαζε διαφορετική στην Αθήνα και στους χειμωνιάτικους δρόμους της. Από τότε που μετακόμισε ένιωθε πως, για έναν αδιευκρίνιστο λόγο, τα Κρίνα τραγουδούσαν για την Αθήνα. Για αυτές τις φτωχές γειτονιές της, για τα παιδιά που κατέβαιναν στους δρόμους και διαδήλωναν, για τους μετανάστες στις πλατείες, τα Κρίνα είχαν μετασχηματιστεί μέσα της, πλέον της μιλούσαν για την πόλη και όχι για την μοναξιά. Δεν υπήρχε περίπτωση να τους χάσει στην Τεχνόπολη.

«Ε; Μαζί θα πάμε, ε;», την ξαναρώτησε γιατί συνειδητοποίησε πως είχε αργήσει να απαντήσει. Αντί απάντησης όμως, Εκείνη την κοίταξε με ένα κλαμμένο βλέμμα. Ήταν έτοιμη να της ανακοινώσει κάτι που δεν θα άρεσε σε καμία από τις δυο, αλλά φυσικά είχε αποφασιστεί μόνο από την μία. Σκατά…

Τρεις μήνες αργότερα στεκόταν στριμωγμένη ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, περιμένοντας την μεγάλη στιγμή που ο Θάνος θα ξαναέλεγε μετά από χρόνια: «Καλησπέρα. Είμαστε τα Διάφανα Κρίνα». Και φυσικά σκεφτόταν ακόμα Εκείνη. Η βλαμμένη, δεν μπορούσε να την χωρίσει μετά το live; Τόσο δύσκολο ήταν να περιμένει τρεις-τέσσερις μήνες ακόμα; Να έβλεπαν μαζί τα Κρίνα και μετά. Έπρεπε να την κάνει να συνδέσει την πώρωση του ότι θα δει τα Διάφανα Κρίνα ζωντανά με το απαίσιο συναίσθημα του χωρισμού;

Από την άλλη, αν το έκανε έτσι θα ήταν ακόμα πιο χειριστική. Γαμώ την τρέλα, πως ήρθαν έτσι τα πράγματα; Η ανάμνηση της εκπλήρωσης του μεγάλου συναυλιακού της απωθημένου από εδώ και πέρα θα πήγαινε σετ με την ανάμνηση της πρώτης μεγάλης απώλειας της ζωής της. Αυτό σημαίνει ατυχία.

Τα Κρίνα βγήκαν εν μέσω ενός τρελού πανζουρλισμού. Φώναξε και εκείνη αλλά γαμώτο, το έκανε με μισή καρδιά: της έλειπε Εκείνη και τώρα που τα Κρίνα ήταν στη σκηνή της έλειπε ακόμα πιο πολύ.

Από το πρώτο τραγούδι, η άτυπη διαδικασία των «παραγγελιών» του κοινού ανάμεσα στα κομμάτια, ξεκίνησε. «Μέρες Αργίααας», φώναζαν οι περισσότεροι. Αναμενόμενο. «Έγινε η απώλεια συνήθειά μααας», «Βάλτε να πιούμεεε», «την Ανταρκτική ρεεεε» άκουγε μετά από κάθε τραγούδι από αριστερά και της από δεξιά της. «Κάτω από το Ηφαίστειοοοο», είχε ξελαρυγγιαστεί ένας τύπος μερικές σειρές πίσω της (εγώ ήμουν, δεν το έπαιξαν ποτέ…).

Οκ, ας το παίξω και εγώ αυτό το παιχνίδι, σκέφτηκε και ξεκίνησε να φωνάζει: «Μουχλαλούδαα, Μουχλαλούδαα..». Και το φώναζε μετά από κάθε τραγούδι και τελικά τα Κρίνα έπαιζαν ένα άλλο και εκείνη χτυπιόταν στους ρυθμούς τους και μετά ξαναφώναζε: «Μουχλαλούδαα, Μουχλαλούδαα..».

«Μουχλαλούδα», της απάντησε επιβεβαιωτικά κάποια στιγμή ο ίδιος ο Θάνος από την σκηνή. Δεν της απάντησε ακριβώς δηλαδή, ήταν μάλλον τυχαίο, αλλά ήταν και το μοναδικό τραγούδι που ανακοίνωσε πριν το παίξει η μπάντα, οπότε ήταν σαν να της απαντούσε. Σήκωσε ψηλά τα χέρια της από ικανοποίηση, δυο δάκρυα αυθόρμητης συγκίνησης ακολούθησαν την αντίθετη διαδρομή στο πρόσωπό της.

«Μην κλαις, φαντάζει μάταιο τώρα, που πέσανε τα πέπλα ξαφνικά…», της τραγουδούσε ο Θάνος και εκείνη τραγουδούσε μαζί του με κλειστά μάτια. «Μην κλαις, δε φτάνει η οδύνη, δεν φτάνει η θλίψη για ν’ αναστηθείς…», την συμβούλευε στο κουπλέ πριν το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του ρεφρέν.

Και μετά, εκείνη χτυπιόταν σαν να μην υπάρχει αύριο μαζί με άπειρους ακόμα τύπους και τύπισσες που χτυπιόντουσαν επίσης σαν να μην υπάρχει αύριο – τις μισές μελανιές από αυτό το live μάλλον σε εκείνο το κομμάτι τις κληρονόμησε. Χτυπιόταν όπως παλιά, όπως τότε που έβαζε τα ακουστικά της και το άκουγε στο δωμάτιό της. «Κρέμεσαι από τον αγέρα, δεν πατάς πια πουθενά, κρέμεσαι απ’ το πουθενά», την διαβεβαίωνε ο Θάνος και πλέον δεν υπήρχε καμία αμφιβολία: τα Διάφανα Κρίνα έπαιζαν ξανά για την μοναξιά της.

Και ένιωθε υπέροχα…