Πέερ Γκυντ: Πώς είναι άραγε να είσαι ο εαυτός σου;

Πέερ Γκυντ
Ποιος ξέρει πώς μοιάζει ο εαυτός του;

Ήσουν μικρό παιδί. Μεγάλωνες, μεγάλωνες και έφτασες να γίνεις κοτζάμ άντρας. Ή γυναίκα. Μια από τις φράσεις που συνόδευσαν αλύπητα αυτό σου το ταξίδι ήταν το «να είσαι πάντα ο εαυτός σου». Κι από τότε έμοιαζε κάπως δεδομένο όλο αυτό. Δεν έκατσες ποτέ να αναρωτηθείς τι κρύβεται πίσω από την παραίνεση. Η παράσταση Πέερ Γκυντ στο Εθνικό και κατ΄επέκταση ο ίδιος ο Χένρικ Ίψεν θα σε βάλουν σε μια αναζήτηση.

Μιλάμε για έναν από τους κορυφαίους δραματουργούς, έναν αγαπημένο του ελληνικού θεάτρου. Είτε με τους Βρυκόλακες, είτε με το Κουκλόσπιτο, είτε με την Αγριόπαπια, είτε τώρα με τον Πέερ Γκυντ. Μοιάζει λες και μας έχει κάνει ένα γλυκό βουντού. Τα έργα του βέβαια αποτελούν ένα αμάλγαμα αναμνησιακής και ονειρικής περιδιάβασης. Κάθε που τον διαβάζεις ή βλέπεις ένα έργο του είναι λες και ανοίγουν ορθάνοιχτες οι τρύπες της συνείδησης σου. Βασισμένος στην μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα και με το βάρος της ιστορικής παρουσίας του έργου στο ελληνικό θέατρο (το 1935 ο Αλέξης Μινωτής υποδύθηκε τον Γκυντ για πρώτη φορά), ο Δημήτρης Λιγνάδης σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί σε μια παραμυθία όπου το να είσαι ο εαυτός σου αποδεικνύεται εν τέλει μια μεγάλη…μπαρούφα.

Ο Πέερ Γκυντ είναι ένας αιθεροβάμων. Ένας ψεύτης κατά το κοινωνικό συμβόλαιο. Ένας ονειροπόλος κατά τις μύχιες επιθυμίες των ανθρώπων. Είναι εκείνος που δείχνει στους άλλους ότι η απόφαση να ασπαστείς έναν ψεύτικο κόσμο δεν ενέχει καμία αισχύνη. Το αντίθετο. Είναι θαρραλέα, φτύνει στα μούτρα την ίδια τη ζωή, η οποία στο κάτω κάτω μας υποβάλλει σε έναν καθωσπρεπισμό που μπορεί να μας καταπιέζει. Άρα το ψέμα είναι μέρος της. Ο νεαρός Πέερ το απενοχοποιεί και έτσι καταφέρνει να γίνει αυτοκράτωρ του εαυτού του.

Τι σημαίνει όμως κάθε λέξη απ΄αυτή την πρόταση; Στη συνάντηση του με τον βασιλιά των Ξωτικών τον Ντόβρε, ο Πέερ καλείται να πει τον εξής όρκο: Να σου είναι αρκετός ο εαυτός σου, για όλους τους άλλους να ‘σαι πάντοτε κλειστός . Τίποτε άλλο δεν έχεις στο μυαλό σου, αυτό θα είναι ο μόνος σου σκοπός.

Ποιος είναι ο εαυτός μας; Στην πραγματικότητα το τίποτα. Αυτό είμαστε την μέρα που γεννιόμαστε. Μόλις περάσει η πρώτη μας αναπνοή, τότε αρχίζουμε να κουβαλάμε. Όλα μας είναι δοτά από δω και πέρα. Κατακτώνται δεν αποτελούν μέρος του βιολογικού και ψυχικού μας καθορισμού. Ο εαυτός μας είναι μια κενή καρδιά, δύο νεφρά, πνεύμονες, πάνω και κάτω άκρα και ό,τι άλλο αποτελεί το σώμα. Ιατρικά, αυτά συνιστούν ζωή. Συνιστούν εαυτό. Πραγματικά δεν συνιστούν κάτι παραπάνω από μια πάθηση. Καμιά ενεργητικότητα δεν βρίσκεται εδώ. Δεν είναι επιλογή μας να ανασαίνουμε, να τρώμε, να αφοδεύουμε, να κλαίμε, να παράγουμε σάλιο. Καταναγκασμός λέγεται. Από την ίδια μας τη φύση.

Ο τρόπος που φτιάχνει το έργο ο Λιγνάδης κινείται πάνω σε αυτή την αντίληψη. Ο Πέερ Γκυντ δεν είναι ένα πρόσωπο. Είναι αφηγητής. Μετά γίνεται ένας νεαρός. Μετά ένας άλλος. Πιο μετά ένας ενήλικος. Τέλος, ένας άντρας που οδεύει προς το τέλος των ταξιδιών του. Στη μακρά πορεία του κυνήγησε την ψευδαίσθηση. Καβαλούσε θεριά, τεράστιους ταράνδους, μετατρεπόταν σε αγύρτη, ζητούσε χορό από οπτασίες. Ανθρώπινες και παραμυθένιες.

Τα πρόσωπα του Γκυντ αλλάζουν. Κάθε εποχή φέρει και έναν διαφορετικό εαυτό. Κανένας απ΄αυτούς δεν είναι ατόφιος. Κανένας δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία που μας έλεγαν οι γονείς μας. «Να είσαι ο εαυτός σου». Υπάρχει άραγε μεγαλύτερο ψέμα απ΄αυτό; Ποιος μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο; Μόνο οι πρώτοι των πολιτισμών το πέτυχαν. Κι εμείς δεν είμαστε πρώτοι. Είμαστε όλοι μας ένας Πέερ Γκυντ. Σκαρφαλώνουμε στις εσχατιές και οι ανάσες μας βρωμάνε τους παλιότερους.

Το τέλος της παράστασης είναι συγκλονιστικό χωρίς ικμάδα υπερβολής. Ο Γκυντ βρίσκεται μπροστά στον απεσταλμένο του Θανάτου, τον Κουμποχύτη. Είναι ο επιτετραμμένος του για εκείνους που δεν πάνε σε Παράδεισο ή Κόλαση. Αυτός μετατρέπει τους ουδέτερους σε κουμπιά. Ουδέτεροι είναι όσοι δεν έχουν καμία μεγάλη αμαρτία στα κρίματα τους. Όσοι κατεδίωξαν μικρότητες αμαρτιών στη ζωή τους. Ο Κουμποχύτης βάζει τον Πέερ σε μια ανηλεή προσπάθεια να παρουσιάσει έστω μία μεγάλη αμαρτία. Πρώτο σταυροδρόμι, τίποτα. Δεύτερο σταυδροδρόμι, αντιμέτωπος με τους παλιότερους εαυτούς του, πάλι τίποτα. Τρίτο σταυροδρόμι, να μια ελπίδα. Η Σολβάιγ περιμένει ακόμα σε αυτό το σπίτι μες στο δάσος. Μόνη όλα τα χρόνια της περιπλάνησης του Πέερ Γκυντ. Αυτή η απομόνωση δεν μπορεί, θα πρέπει να θεωρηθεί αμαρτία. Φευ… Η Σολβάιγ δεν έχει κανένα βαθούλωμα στην ψυχή της. Χαμογελάει μόνο που τον ξαναβλέπει. Τέλειωσαν πια οι ευκαιρίες σου νέε-γέρε Πέερ…

Έχω την αίσθηση ότι αυτή η παράσταση, αυτή η ερμηνεία θα είναι από αυτές που ο Δημήτρης Λιγνάδης θα πισωκοιτάζει και θα χαμογελά ήρεμος. Νομίζω ότι το Αφέντης και Δούλος που έπαιζε μέχρι πριν ένα μήνα του φανέρωσε νέα νοήματα. Καθαρή αίσθηση και μόνο. Βγάζει τη μπλούζα και τα παπούτσια του στη σκηνή, στέκει μόνος και ειλικρινά ακάλυπτος απέναντι στον Κουμποχύτη και προσμένει τις όποιες αμαρτίες του να του παρουσιαστούν.

Τον έχω δει μόνο 3 φορές στο θέατρο, αλλά δεν μπορώ παρά να πω ότι ως Γκυντ είναι σπουδαίος. Και ως σκηνοθέτης το ίδιο, κρίνοντας πρώτον από άλλες δύο ερμηνείες. Της Νάνσυς Μπούκλη ως Σολβάιγ και του Γιάννη Τσουμαράκη ως πρώτου Πέερ Γκυντ. Η ξέπνοη Σολβάιγ και ένας ανεμοστρόβιλος Πέερ. Το δεύτερο σημείο είναι τα σκηνικά και τα κουστούμια. Ιδίως εκεί που ο θίασος φοράει προσωπεία ζώων και περούκες από playmobil. Όλα καταλήγουν στις αισθήσεις. Όλα διεγείρουν αυτές τις μαγίστρες που θαμπώνονται από τους αγύρτες!

Το ερώτημα εξακολουθεί να μένει αναπάντητο: ποιος είναι ο εαυτός μας; 

Χειμώνες έρχονται, χειμώνες φεύγουν,
σε περιμένω και περνούν τα χρόνια –
κι αν στα μαλλιά δεν έχουν πέσει χιόνια
δεν θα αργήσουν πια πολύ να έρθουν.
Ορκίστηκα πως θα σε περιμένω,
κοντά μου κάποια μέρα να γυρίσεις,
κι αν εδώ κάτω δεν με συναντήσεις
θα σμίξουμε στον ουρανό επάνω.