Ρομπ: Μια τελετουργία ζωντανών-νεκρών εξελίσσεται στη Στέγη

Ρομπ
Μια θεατρική σύμπραξη που δικαιώνει απόλυτα κάθε προσδοκία.

Για τον Ευθύμη Φιλίππου έχουμε μιλήσει κατ΄επανάληψη και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε πράγματα. Για τον Δημήτρη Καραντζά είναι μια καλή ευκαιρία να του επιδαψιλεύσουμε τιμές που πρέπει να του αποδοθούν. Αν έχεις παρακολουθήσει παραστάσεις του, τότε ξέρεις τι σημαίνει η επίδραση του στα θεατρικά δρώμενα. Σε μένα «συστήθηκε» πρώτη φορά με τον Φαέθωντα πριν από τρία χρόνια. Στο γοητευτικό θέατρο της Οδού Κυκλάδων, όπου οδήγησε τους ηθοποιούς του σε υπερβατικές ερμηνείες. Ο Περικλής Μουστάκης, η Εύα Σαουλίδου, ο Άρης Μπαλής κτλ. Μετά τον ξανασυνάντησα στη 12η Νύχτα πέρσι στο Εθνικό. Το καλό τριτώνει με τον Ρομπ, ένα έργο που δεν επιδιώκει να δομήσει λογικές. Θέλει να αποδομήσει παραλογισμούς.

Ο Ρομπ είναι ένας ήρωας που έχει μια ορμή από τον αντίστοιχο ήρωα του Κολτές, αλλά εδώ παίρνει τις διαστάσεις και το σχήμα που επιλέγουν ο Φιλίππου με τον Καραντζά. Από την πρώτη στιγμή, από τη στιγμή που ανοίγει η αυλαία, ο Ρομπ κατακλύζει τη σκηνή διαμέσου των 10 ηθοποιών. Δεν υπάρχει ως φυσική παρουσία. Μονάχα ως αναφορές. Αναφορές που θα καταβρόχθιζαν ως σνακ την φυσική του παρουσία. Γιατί έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους που σημαδεύουν ζωές. Όλες οι εικόνες γι΄αυτούς τους κάνουν ψηλότερους και πιο μυώδεις απ΄ότι είναι πραγματικά.

Αν και κατά συρροήν δολοφόνος, ο Ρομπ δημιούργησε βαθύτατα συναισθήματα σε όλους. Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης σε μια παραλλαγή του. Γιατί οι μισοί δεν υπήρξαν άμεσα θύματα των πράξεων του. Οι άλλοι μισοί πάλι υπήρξαν. Και μάλιστα σε μοιραίο βαθμό. Οι νεκροί και οι ζωντανοί συναγελάζονται και γευματίζουν μαζί για να τον αναπολήσουν.

Για μισό λεπτό όμως. Αφού οι υπάρχοντες νεκροί «ζουν» την μετά θάνατον ζωή και συνομιλούν με τους ζωντανούς, γιατί να μην βρίσκεται και ο Ρομπ στην ομήγυρη τους; Εδώ έρχεται το πρώτο μήνυμα. Εκείνος που κατέχει πολλών αναμνήσεις δεν βρίσκεται κοντά σε νεκρούς ή ζωντανούς. Είναι ένας εγκλωβισμένος σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Λες και το να τον θυμούνται πολλοί είναι βάσανος παρά πλεονέκτημα έναντι των άλλων.

Σε περίπου δυόμιση ώρες οι 10 ηθοποιοί αφηγούνται τις δικές τους εμπειρίες από τον Ρομπ. Οι γονείς του, η αδερφή του, μια πωλήτρια σε κατάστημα οπτικών που είναι τυφλή – γεμάτη τραγικές ειρωνείες η ζωή μας – η διευθύντρια στο οικοτροφείο του, ο φίλος του, ο θαυμαστής του, ο φύλακας του, ο αστυνομικός επιθεωρητής. Αυτό το αλλόκοτο δείπνο είναι περισσότερο μια πρόσκληση προς την λήθη παρά στην ανάμνηση. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά αν θέλει να ξαναζήσει τις στιγμές με τον Ρομπ ή να μην τις είχε ζήσει ποτέ.

Αυτό είναι και το δεύτερο μήνυμα. Η ανωμαλία των αναμνήσεων. Κάποιες σου δημιουργούν αυτό το αμφίθυμο συναίσθημα. Να θες να τις σβήσεις ή να τις αναβιώσεις.

Τα πιο βαριά λάφυρα του έργου, της δύναμης του σεναρίου του Φιλίππου και της σκηνοθεσίας του Καραντζά έρχεται από τον φύλακα του στη φυλακή. Σε μια από τις παραβολές του μιλάει γι΄αυτό που έχουν τόσο πολύ ανάγκη οι άνθρωποι. Αφορά την ίδια τη βία. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να την εξαλείψουν. Θέλουν να έχουν εύκαιρο έναν ένοχο για να μην τους κατηγορήσει κανείς ότι αδιαφορούν. Όλοι υπάρχουν για την τιμωρία της βίας. Όχι την αναχαίτιση της.

Η παραβολή έρχεται να προοιωνίσει ή να επιβεβαιώσει τα ρηθέντα. Όλοι μας είμαστε μέτοχοι στη βία. Όλοι μας αρνούμαστε με μεγάλη δυσκολία να της υποταχθούμε. Κι όταν εμφανίζεται εκείνος ο ένας που την ασπάζεται, τον ψέγουμε για το θεαθήναι. Μέσα μας όμως ξεπετάγεται μια φωνή που μας κάνει να νιώθουμε άβολα. Μια φωνή που μας ανοίγει την μικρή πορτούλα που πάντοτε κλείνουμε με τρόμο σα να παίζουμε στο Annabelle.

Να μην βγει η βία μας έξω. Πρέπει να την καταπιούμε. Για να μπορούμε να στεκόμαστε σε μια ηθική ανωτερότητα. Κι ας ξέρουμε ότι μια σειρά από άλλες πράξεις μας την έχουν καταργήσει από καιρού αυτήν.

Το γεγονός ότι ακόμα και οι νεκροί που βρίσκονται σε αυτό το γεύμα γλυκοθυμούνται τον Ρομπ, τον δολοφόνο τους στην ουσία, φανερώνει και τις ανησυχίες των δημιουργών για το γίγνεσθαι της σημερινής εποχής. Ντόπιας και αλλοδαπής. Κι έχω την αίσθηση ότι είναι αυτός ένας από τους γενεσιουργούς λόγους του θεάτρου. Να αναπαριστά μια πλευρά της ζωής που έχει την ανάγκη να ξεδίνει. Να μας τρέχουν τα σάλια με την σκηνοθετούμενη βία, ώστε να μην επιτρέπουμε στην πραγματική να αναπνεύσει!

Όλα τα παραπάνω είναι για το σενάριο. Αξίζει πέρα ως πέρα να αναφερθούμε και σε 2-3 σκηνοθετικές στιγμές. Η μία είναι το φινάλε. Συγκεντρωμένοι όλοι οι ηθοποιοί σε ένα τετραγωνικό να ακούνε την ιστορία του ενός. Λες και κάποιο κοσμικό μυστικό θα ακουστεί και δεν πρέπει να το μάθουν όλοι. Πρέπει να το τιθασεύσουν.

Η βασικότερη όμως που δίνει και τον τόνο της τελετουργίας αφορά αυτή που οι ηθοποιοί ξεκινούν να γδύνονται και αφαιρούν από ένα κομμάτι της ενδυμασίας τους. Αισθητική απόλαυση υψίστου επιπέδου. Η τρίτη δεν είναι ακριβώς μια σκηνή, αλλά μια γενική ιδέα. Οι καρέκλες και ο τρόπος που κινούνται οι ηθοποιοί ως προς αυτές, αλλά και το ταυτόχρονο ξεφλούδισμα του πορτοκαλιού με τους ήχους από τις ρουφηξιές να παραπέμπουν στον ιερό κανιβαλισμό κάποιας αγίας σάρκας.

Ταυτότητα Παράστασης:

Κείμενο: Ευθύμης Φιλίππου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Ηχητική Δραματουργία & Μουσική Σύνθεση: Δημήτρης Καμαρωτός
Σύμβουλος Δραματουργίας: Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Α΄ Βοηθός Σκηνοθέτη: Γκέλυ Καλαμπάκα
Β΄ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ράνια Καπετανάκη
Εκτέλεση Παραγωγής: Θεοδώρα Καπράλου
Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Ερμηνεύουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιάννης Κλίνης, Χρήστος Λούλης, Βασίλης Μαγουλιώτης, Αγγελική Παπούλια, Ελίνα Ρίζου, Εύη Σαουλίδου, Μιχάλης Σαράντης, Σταυρούλα Σιάμου, Μαρία Σκουλά

Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ίδρυμα Ωνάση, Συγγρού 107-109, Ημέρες και Ώρες Παραστάσεων: 17 – 28 Ιανουαρίου 2018
Τετάρτη έως Κυριακή στις 20:30
Κεντρική Σκηνή

Εισιτήρια:

Κανονικό: 5, 7, 15, 20, 24 €, Μειωμένο, Φίλος, Παρέα 5-9 άτομα: 5, 12, 16, 19 €, Παρέα 10+ άτομα: 4, 11, 14, 17 €, Κάτοικος Γειτονιάς: 7 €, Ανεργίας, ΑμεΑ: 5 € | Συνοδός ΑμεΑ: 10 €