Αρτέμης Μάτσας: Ο «προδότης» που έζησε στο πετσί του την θηριωδία του κατακτητή

Αν σήμερα ζούσε ο Αρτέμης Μάτσας, θα ήταν 87 ετών...
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Πολλές φορές έχουμε ακούσει την έκφραση «κόντρα ρόλος» για κάποιον που υποδύεται στο σινεμά ή στο σανίδι έναν χαρακτήρα με τον οποίο δεν έχει την παραμικρή ομοιότητα στην κανονική ζωή του. Η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου είναι γεμάτη με τέτοιες περιπτώσεις, αλλά καμία δεν συγκρίνεται με εκείνη του Αρτέμη Μάτσα. Του ηθοποιού που έμεινε στο υποσυνείδητο των πολλών ως προδότης των Γερμανών, παρά το γεγονός πως από την παιδική ηλικία του κιόλας, έζησε στο πετσί του την θηριωδία του κατακτητή. Του ηθοποιού που έφυγε από τη ζωή το 2003, έχοντας κινδυνέψει να χάσει τα πάντα –ακόμη και την ίδια τη ζωή του- στη διάρκεια της Κατοχής.

Όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Αθήνα, η μητέρα του είχε ήδη φύγει από αυτόν τον κόσμο. Ο ίδιος, ο μεγαλύτερος αδελφός του και η αδελφή του ζούσαν μαζί με τον πατέρα τους, που είχε μια ιδιότητα την οποία καθόλου δεν εκτιμούσαν οι Ναζί. Ήταν εβραϊκής καταγωγής και -μοιραία- ένα βράδυ απλά δεν επέστρεψε ποτέ σπίτι. Στην αρχή τα παιδιά δεν ανησύχησαν ιδιαίτερα καθώς ο Πίνχας Μάτσας συνήθιζε μετά τη δουλειά να πηγαίνει στους μαυραγορίτες μήπως κι εξασφαλίσει (με το ανάλογο αντίτιμο) καμιά πατάτα ή κανένα λάχανο για να προσθέσει στο οικογενειακό τραπέζι. Εκείνο το βράδυ αντί για ότι πιο σιχαμένο και ιταμό γέννησε η Κατοχή (τους «λαδάδες», δηλαδή) συνάντησε τους Γερμανούς. Τους ανθρώπους που τον έστειλαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου άφησε την τελευταία πνοή του, με μόνη «κληρονομιά» για τα παιδιά του το νούμερο «47712», το οποίο έφερε στο χέρι του.

Στη σύλληψή του ίσως ρόλο να έπαιξε κάποια πληροφορία από ένας από τους κάμποσους χαφιέδες που έκαναν καριέρα την περίοδο της Κατοχής. Από ένα παράξενο καπρίτσιο της μοίρας ο γιος του ο Αρτέμης θα έμενε στη μνήμη του κόσμου ως τέτοιος, μέσα από την πειστικότητα των ερμηνειών του σε αντίστοιχους ρόλους. Για την ακρίβεια, το όνομά του θα γινόταν συνώνυμο του ρουφιάνου. Κάτι που σαφώς αποτελεί «παράσημο» για τις υποκριτικές του ικανότητες, αλλά και το μεγαλείο της ψυχής του αφού μπόρεσε να ξεπεράσει τις αγιάτρευτες πληγές που άφησε το πέρασμα των Ναζί.

Όλα ξεκίνησαν το 1959 με την ταινία «Το νησί των γενναίων».

Το γεγονός ότι στο έργο προδίδει στους Γερμανούς τον αγαπημένο της Τζένης Καρέζη Έλληνα αξιωματικό δίνει στο κοινό το στερεότυπο του καταδότη με το οποίο θα συνδυαστεί για πάντα. Σε τέτοιο βαθμό που όπως έλεγε και ο ίδιος ακόμη και άνθρωποι που ζούσαν στη γειτονιά του, τη Φωκίωνος Νέγρη, τον αποδοκίμαζαν σε κάθε το βήμα, πεπεισμένοι από την ερμηνεία του… Σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις, μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να χειροδικήσουν εναντίον του.

Όσοι δεν τον γνώριζαν προσωπικά δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε στην κανονική του ζωή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που αντίκριζαν στην οθόνη. Ευγενικός, μορφωμένος, ευαίσθητος και χαμηλών τόνων, ο Αρτέμης Μάτσας δεν σταμάτησε ποτέ να προσφέρει στους γύρω του. Ο απόλυτος «κακός» του σινεμά είχε πει κάποτε: ««Δεν μπορώ να κόψω ούτε λουλούδι κι όμως στον κινηματογράφο έχω σκοτώσει περίπου 120 ανθρώπους»… Χώρια τους αμέτρητους που είχε στείλει στο απόσπασμα ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, υποχρεωτικά, μέσα από τους ρόλους του. Ποτέ, όμως, καμία κίνησή του δεν πρόδωσε την προσωπική του ιστορία και τις άγνωστες πτυχές της. Πήρε την τελική απόφαση να γίνει ηθοποιός όταν ένα βράδυ «θυσίασε» το ψωμί που έπαιρνε με το δελτίο για να παρακολουθήσει μια παράσταση με τον αδελφό του. Ζώντας μέσα στις στερήσεις, κρατήθηκε όρθιος από τα όνειρά του.

Και από τις ιερόδουλες, που αποδείχτηκαν σχεδόν στο σύνολό τους, μερικοί από τους πιο ντόμπρους και ξηγημένους ανθρώπους που γνώρισε.

Μια εκδιδόμενη γυναίκα άλλωστε ήταν αυτή που νοίκιασε δωμάτιο στα τρία παιδιά, όταν ακόμη ήταν πολύ επικίνδυνο για οποιονδήποτε να συναναστρέφεται με τα τέκνα ενός συλληφθέντα «Εβραίου». Και αργότερα στις εργαζόμενες στους οίκους ανοχής βρήκε τις καλύτερες πελάτισσες των προσωπικών αντικειμένων της μητέρας του ή των τσιγάρων που πουλούσε με κασελάκι προκειμένου να επιβιώσει. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, ο Αρτέμης Μάτσας που έφτασε ένα βήμα πριν τον θάνατο όταν ένα βράδυ κατέρρευσε από την εξάντληση, είχε μετρήσει και ζυγίσει πολύ τους ανθρώπους πριν βρεθεί στη θέση να τους διασκεδάζει στο πανί ή στο σανίδι. Και για κάποιο μυστήριο λόγο υπήρξε επιεικής και γλυκός μαζί τους. Μια στάση που γινόταν εύκολα αντιληπτή από όσους είχαν το προνόμιο να μπορέσουν να τον γνωρίσουν προσωπικά και να καταλάβουν πόσο απείχε η εικόνα του καταδότη των ταινιών από την αλήθεια.

Όταν άφησε την τελευταία του πνοή, στις 7 Σεπτεμβρίου 2003, οι εφημερίδες της εποχής «αποκάλυψαν» ένα κομμάτι της αλήθειας. Ο μεγάλος κακός του ελληνικού σινεμά ήταν ένας σπάνιος και μοναδικός άνθρωπος με χρυσή καρδιά. Καθώς στην επιφάνεια έρχονταν περισσότερες λεπτομέρειες για τον Γολγοθά της ζωής του και το κατοχικό δράμα που εκτυλίχθηκε στο σπίτι του, ο κόσμος εκτίμησε ακόμη περισσότερο το ταλέντο του. Που ήταν τόσο μεγάλο ώστε να του επιτρέψει τον απόλυτα κόντρα ρόλο. Εκείνο του συνεργάτη αυτών που οδήγησαν τον πατέρα του στην κόλαση και τον υπόλοιπο κόσμο κοντά στην καταστροφή.