Andrew Garfield: Ο αδιάφορος Spider-Man γίνεται ηθοποιάρα

Andrew Garfield
Μέσα σε 3 χρόνια εξελίχθηκε αφάνταστα.

Ένας από τους τρεις νόμους του Νεύτωνα, ο τρίτος για την ακρίβεια, μιλάει για τις έννοιες της δράσης και της αντίδρασης. Οτιδήποτε συμβαίνει έχει την ρίζα του σε κάτι που έχει προηγηθεί. Αυτό βέβαια είναι μια ασταμάτητη αναζήτηση μέχρι την αρχή των πάντων, αν το δούμε σε βάθος χρόνου. Ο Andrew Garfield μοιάζει να καταργεί αυτή την διαδοχική σχέση των δύο εννοιών και να αλλάζει διαρκώς την θέση τους.

Για κάποιον λόγο, που ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε ούτε ψάξαμε, θεωρούμε πως ένας ηθοποιός καλείται να δράσει. Act. Actor. Ποτέ δεν σκεφτήκαμε ότι ένας ηθοποιός καλείται να αντιδράσει. React. Γιατί εμείς βλέπουμε διακεκομμένα την θέση του μέσα σε ένα έργο. Δεν βλέπουμε το σενάριο που πάει στα χέρια του. Δεν βλέπουμε τις κατευθύνσεις του σκηνοθέτη. Δεν βλέπουμε την επαφή με το υπόλοιπο καστ. Δεν βλέπουμε αυτό που κοιτάζει ο ίδιος. Εκεί που εμείς έχουμε μια εικόνα μιας πόλης, ο ηθοποιός μπορεί να έχει έναν πράσινο τοίχο.

Εξαιτίας αυτής της λογικής φερθήκαμε όλοι αρκετά σκληρά στον Andrew Garfield. Δεν λέω ότι ήταν άδικο στην αρχή. Λέω ότι φαίνεται πολύ άδικο αν το κρίνουμε με τους όρους του σήμερα. Και σήμερα ο 34χρονος πλέον ηθοποιός έχει κάνει βήματα προς μια κατεύθυνση που πολύ μας εξιτάρει να δούμε πως καταλήγει.

Πώς έγινε όμως και φτάσαμε από τον πιο αδιάφορο Spider-Man και τον «α, ρε συ…αυτός δεν είναι που τα είχε με την Emma Stone», σε έναν ηθοποιό που προσέχει κάθε του κίνηση και επιλέγει με προσήλωση και προσοχή που θα πει το «δέχομαι» και που όχι; Η δεύτερη ταινία Spider-Man φαντάζει μια δεκαετία πίσω. Κι όμως είναι μόλις το 2014. Τρία χρόνια δεν τα λες με τίποτα πολλά. Κυρίως αν τα ζεις από την μέσα μεριά, όπως ο Garfield για τον εαυτό του. Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια είχε τρία σημαντικότατα bullets για την καριέρα του. Το 99 Homes, ένα indie film, το Silence του Scorcese και το Hacksaw Ridge του Gibson, που του έδωσε και υποψηφιότητα στα Όσκαρ. Τρεις ταινίες με ελάχιστα κοινά σημεία ως προς τις αντιδράσεις που απαιτούσαν από τον Andrew.

Κι όμως έγινε ο tough που get the going, όπως λένε στις ΗΠΑ. Ο άνθρωπος που του αποδώσαμε όλη την ευθύνη για την μέτρια εμπειρία του Amazing Spider-Man, μετετράπη στον άνθρωπο που κάνει τους σκηνοθέτες του να φαίνονται ικανοί, μεταδοτικοί και πηγές έμπνευσης. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ο Andrew Russell Garfield τα κατάφερε και τα καταφέρνει καλύτερα σε ρόλους που ούτε ο ίδιος δεν θα πόνταρε στον εαυτό του. Αντιθέτως, είχε ποντάρει πολλά στον Spider-Man. Από μικρός ταυτιζόταν με την nerd πλευρά του ήρωα, δηλαδή τον Peter Parker. Ήταν ένα παιδί που δεχόταν πολύ πείραγμα στο σχολείο και ένιωθε να συναντά έναν φίλο στον χαρακτήρα. Ίσως αν ήταν στη θέση του Tom Holland να μπορούσε να αντεπεξέλθει καλύτερα από αυτό που έκανε στην δική του στιγμή.

Τελικά, το γνήσιο τέκνο της Καλιφόρνια, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ανήλικης ζωής του στο Surrey της Αγγλίας, «αγκάλιαζε» πιο σφιχτά τους κόντρα ρόλους. Ένας από τους πρώτους του, αυτός στο τηλεοπτικό δράμα Boy A, ήταν τέτοιος. Ένας διαβόητος δολοφόνος τελειώνει την θητεία στη φυλακή και βγαίνει πάλι στην κοινωνία αναζητώντας την άλλη ζωή. Ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που υποδυόταν ότι είναι υπάρχει ένα σημείο επαφής. Η περιθωριοποίηση. Στη μια περίπτωση ένιωθε ότι στεκόταν έξω από τον κύκλο της ομάδας. Στην άλλη έκανε ο ίδιος αυτή την επιλογή.

Παρά το γεγονός ότι λένε πως το μήλο πέφτει κάτω απ΄τη μηλιά, ο Andrew Garfield δεν έπεσε ούτε λίγο πιο πέρα. Ο γυμναστής και κολυμβητής πατέρας του επισκίασε με κάποιο ακούσιο τρόπο τον γιο του. Έχω την αναίτια αίσθηση ότι πάντοτε έτσι γίνεται. Όταν ο πατέρας έχει απλώσει τα πόδια του μακριά, ο γιος νιώθει ότι δεν θα έχει ποτέ αυτό το μπόι και το διαμέτρημα. Ο Garfield κατάλαβε ευτυχώς ότι δεν χρειάζεται να βρίσκονται όλοι οι άνθρωποι στο ίδιο κρεβάτι. Δεν χρειάζεται ο απόγονος να μοιάσει στον πρόγονο.

Τα χρόνια της σχέσης του με την Emma Stone τον τροφοδότησαν με πολλά σημαντικά πράγματα. Και τούμπαλιν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δυο τους άγγιξαν το ζενίθ της καριέρας τους την ίδια στιγμή. Η μία πήρε Oscar, ο άλλος ήταν υποψήφιος. Το Breathe και το Under the Silver Lake, δύο ταινίες που πρωταγωνιστεί και θα κυκλοφορήσουν το 2017 και το 2018, είναι τα επόμενα βήματα του και διέπονται από ένα υπερκείμενο. Αυτό που ο ίδιος αποζητά σε κάθε ρόλο που του προτείνουν. Την αλλαγή μιας καθεστηκύιας τάξης του πνεύματος και της ψυχής που επαφίεται στην ευκολία των πραγμάτων. Θέλει όσο μπορεί να αλλάζει κάτι μέσα στον θεατή. Γι΄αυτό άλλωστε και απεχθάνεται τα social media και την ειδωλολατρεία του celebrity culture.

«Δυστυχώς, ωθούμαστε από τη σύγχρονη κουλτούρα να ειδωλοποιούμε και να λατρεύουμε πράγματα κενά. Όπως το να είσαι celebrity. Ή ο καταναλωτισμός»

Εντελώς ανεξήγητα, ο Andrew είναι «συμβατός» σε πολλά με τον Robert Pattinson. Συμμετείχε σε ένα franchise που θα μπορούσε να τον στιγματίσει ανεπανόρθωτα. Όπως ο Pattinson που κατάφερε κοπιωδώς να ξεφύγει. Ή όπως ο προκάτοχος του Maguire που χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία για να σπάσει τα δεσμά. Τελικά, μάλλον στάθηκε πολύ τυχερός που δεν εφάρμοσε στην συνείδηση του κοινού με τον Spider-Man. Βρήκε τα δικά του σιωπητήρια και τους δρόμους όπου οι λάμπες είναι σπασμένες και δεν φωτίζουν. Οπότε καλείσαι να πατήσεις τον δρόμο σου με ρίσκο, προσοχή, ηρεμία και φόβο ταυτόχρονα, αλλά ξέροντας ότι η πτώση δε θα είναι μοιραία…