Κίρκη Καραλή: Ένα «οργισμένο ήρεμο» νιάτο στον κόσμο του θεάτρου

Κίρκη
Σκηνοθέτιδα απ΄αυτές που σε κάνουν να χάνεσαι στους λαβυρίνθους της.

Μια από τις ευλογίες της δουλειάς μας είναι ότι διευκολύνεται η «πρόσβαση» μας σε άτομα που έχουν να μας δώσουν πολλά πράγματα. Όπως οι σκηνοθέτες. Τα πιο πολυπλόκαμα μυαλά. Για την ακρίβεια, τα μυαλά που καλούνται να ανοίξουν τις πόρτες σε όλα τα δωμάτια της σκέψης τους. Η Κίρκη Καραλή είναι ένα τέτοιο άτομο.

Γνωριστήκαμε πριν κάμποσο καιρό με αφορμή κάτι που είχα γράψει για την Γκάμπυ. Την παράσταση της από το 2015. Μια παράσταση που άφησε σημάδι εκείνη τη χρονιά στα θεατρικά δρώμενα. Φέτος, επιδιώκει κάτι ανάλογο με τα Οργισμένα Νιάτα. Αυτή η οργή βέβαια δεν είναι ο χείμαρρος της αγανάκτησης που σε βγάζει στους δρόμους. Που σε ωθεί σε πράξεις. Είναι μια άλλη οργή. Και η Κίρκη Καραλή την «απλώνει» με τον τρόπο της.

-Έμαθα το όνομα σου πριν από δύο χρόνια όταν είδα την παράσταση Γκάμπυ. Κι ας είχες κάνει πολλά στο παρελθόν. Από τα Οργισμένα Νιάτα θα σε μάθει κάποιος άλλος. Σε γοητεύει αυτό το γεγονός ότι μέσα από κάθε σου παράσταση καλείσαι εν αγνοία σου να συστηθείς και σε έναν καινούργιο άνθρωπο; Το έχεις καθόλου στο μυαλό σου;

Αυτό ακριβώς που περιγράφεις είναι κι αυτό που μου αρέσει περισσότερο σ’ αυτό που λέμε σκηνοθεσία. Το ότι μπορείς να αναπτύξεις εν αγνοία σου μια αόρατη σχέση με κάποιους θεατές, οι οποίοι βρίσκουν κάτι κοινό στη γλώσσα σου με τον τρόπο σκέψης τους. Είναι μια λαθρόβια σχέση, με πιθανά σκαμπανεβάσματα (όταν για παράδειγμα λατρεύουν μία σου δουλειά αλλά όχι μία άλλη), που εξελίσσεται συνεχώς και που σ’ αυτή την εποχή της πλασματικής «υπερεπικοινωνίας», υπενθυμίζει πως η σύνδεση των ανθρώπων δεν επέρχεται μονάχα με τρόπους λογικούς.

-Νομίζω ότι τα Οργισμένα Νιάτα έχουν μια τέτοια συνθήκη. Των συστάσεων και με το κοινό, αλλά και με τον ίδιο σου τον εαυτό. Τι είναι αυτό που ανακάλυψες για σένα, το οποίο ίσως να μην το είχες αντιληφθεί παλιότερα, με αυτή την παράσταση;

Πρώτα απ’ όλα να σου πω πως είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετώ ένα καθαρόαιμο θεατρικό κείμενο, αφού μέχρι τώρα μόνο με διασκευές μυθιστορημάτων ή μίξεις κειμένων είχα δουλέψει. Τα «Οργισμένα Νιάτα» ήταν επιλογή του παραγωγού της παράστασης, Ανδροκλή Δεληολάνη, με τον οποίο γνωριστήκαμε όταν ήρθε πέρυσι να δει το «Αυτή η νύχτα μένει». Βλέποντας το πάθος του γι’ αυτό το έργο και την αναλυτική προσέγγιση που έκανε ο ίδιος πάνω στους ήρωες, ένιωσα ασφαλής για να μπω στο πλαίσιο αυτού του έργου. Δύο πράγματα ανακάλυψα για εμένα, μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία.

Το πρώτο είναι ότι τελικά μου είναι αδύνατον να ξεφύγω από το συναίσθημα της πρώτης ανάγνωσης ενός έργου ή ενός ανθρώπου, πράγμα που οδηγεί σε μια ασφαλέστερη σχέση με το ένστικτό μου αλλά και σε μια νομοτέλεια που είναι …κάπως οδυνηρή. Το δεύτερο, που έχει να κάνει με τα νοήματα του έργου, είναι η διατύπωση μιας αναπάντητης ερώτησης και έχει να κάνει με το αν ο έρωτας είναι ένα χρήσιμο καταφύγιο σε «καιρούς πολέμου» ή ένα χρυσό κλουβί που εκτονώνει όλα όσα θα έπρεπε να εκτονωθούν στην κοινωνία και όχι στο σπίτι.

-Ένα άλλο κομμάτι του έργου του Όσμπορν είναι οι προβλητικές σχάσεις των ηρώων των χαρακτήρων στο φαντασιακό τους. Εσένα ποιοι ήταν και είναι οι ήρωες σου;

Θα απαντήσω επαναδιατυπώνοντας την ερώτησή σου, που ομολογώ πως με κομπλάρει… Ήρωές μου είναι οι χαρακτήρες εκείνοι που αποδυναμώνουν την συνήθεια του φαντασιακού μου για προβλητικές σχέσεις. Μιλώντας πιο απλά, θα έλεγα πως είναι αξιοθαύμαστες οι περιπτώσεις ανθρώπων που με την αφοπλιστική τους ειλικρίνεια (σε πράξεις ή λόγια) και χωρίς κακόηθες υπόβαθρο, μπορούν να κάνουν κάτι μέσα στο κεφάλι σου να λάμψει, έστω και για μια στιγμή. Αυτό μπορεί να συμβεί με έναν παππού σε ένα ξεχασμένο χωριό τη στιγμή που πίνει τον καφέ του, μ’ έναν πυροσβέστη που γύρισε από μια πυρκαγιά, με ένα βλέμμα απ’ το αντικείμενο του πόθου σου. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ήρωες, πάντως σίγουρα υπάρχουν πολλές ηρωικές στιγμές και συμβαίνουν πάντα εκεί που δεν τις περιμένεις.

-Διαβάζοντας το δελτίο τύπου της παράστασης βλέπω μια ατάκα που με συγκλονίζει η αλήθεια της. Όλα τα ιδανικά τα εξάντλησε μια περασμένη γενιά. Πώς μεταφράζεται αυτό στο μυαλό σου;

Όταν ήμουν μαθήτρια, στις σχολικές γιορτές για την επέτειο του Πολυτεχνείου, θυμάμαι να εύχομαι να συμβεί και σε εμένα ένα μεγάλο αντίστοιχο κακό, σαν τη Χούντα, προκειμένου να μου δοθεί η ευκαιρία να αποδείξω εμπράκτως την πίστη μου σε κάποιες ιδέες. Ήταν ένα εφηβικό συναίσθημα, με όλη την αφέλεια αλλά και την αλήθεια που κουβαλούσε αυτή η ηλικία. Είναι μια φράση που επιχειρηματολογεί υπέρ του Τζίμυ, του κεντρικού ήρωα του έργου. Και που ζητάει εμμέσως την ευκαιρία για ένα νέο ισχυρό ιδανικό στον ορίζοντα, που να αξίζει να πολεμήσεις γι’ αυτό. Αν με ρωτάς ποιο είναι αυτό το ιδανικό, το πάντα ανεξάντλητο, θα έλεγα πως είναι η δυνατότητα ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης. Μοιάζει πρωτογενές, αλλά είναι διαχρονικά απειλούμενο.

-Ως νέα κοπέλα νιώθεις να πνίγεσαι από αυτόν τον εκφυλισμό των ιδανικών που παραλάβαμε από τους γονείς μας;

Αν μεγάλωνα σε ένα σπίτι εκφυλισμένων ιδανικών, τότε πιθανότατα δεν θα έβλεπα πως τα ιδανικά έχουν εκφυλιστεί. Κι αυτό δεν το λέω για να τιμήσω τους δικούς μου γονείς, αλλά για να σου πω πώς πάνω απ’ όλα, απ’ τα πολιτικά συστήματα, τις παρέες και τους δασκάλους στο σχολείο, το πρώτο μάθημα για το τι είναι άξιο διεκδίκησης και τι άξιο αποδόμησης, στο δίνουν οι γονείς σου ή όποιος άλλος παίρνει αυτή την πρώτη θέση μέντορα στη ζωή ενός παιδιού. Δεν πνίγομαι ακριβώς, γιατί αισθάνομαι πως μπορεί – υπό συνθήκες- να υπάρξει φως στο τέλος του τούνελ. Νιώθω, όμως, σα να είμαι με rollerblades σε μια ατελείωτη κατηφόρα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να φρενάρεις, αρκεί να είσαι διαρκώς σε επιφυλακή. Είναι κουραστικό …σπορ.

-Το δικό μας φταίξιμο σε αυτή την ιστορία ανακύκλωσης ζωών ποιο είναι;

Ότι εξελικτικά μαθαίνουμε να προσαρμοζόμαστε σε όλες τις κακουχίες. Ότι μπορεί να έχουμε μεν την ανάγκη για δέκα πράγματα για να είμαστε ευτυχισμένοι, μας δίνουν όμως το ένα και λέμε κι «ευχαριστώ» από πάνω. Σκέψου ότι ένα πράγμα μπορεί να είναι η ελεύθερη πρόσβαση στο νερό, που την πληρώνουμε. Το άλλο πράγμα μπορεί να είναι η διατήρηση ενός λαχανόκηπου στο χώρο μας, που όπου να ‘ναι θα θεωρείται παρανομία.

Ένα άλλο πράγμα μπορεί να είναι η δυνατότητα της ελευθερίας του λόγου και της άποψης, που ήδη στα social media, βλέπεις πως κυκλοφορούν χιλιάδες «αστυνομικοί» που με βίαιο τρόπο προσπαθούν να σου επιβάλλουν την γνώμη τους. Γενικώς, από φόβο μήπως πάμε για τα πολλά και χάσουμε ακόμη και τα λίγα, κλεινόμαστε, βολευόμαστε, ησυχάζουμε, σαν ναρκωμένοι σε ζωές που δεν μας ευχαριστούν. Το δικό μας φταίξιμο είναι στην αδυναμία διεκδίκησης της ευτυχίας και στο επαναλαμβανόμενο χτύπημα της ευαισθησίας.

-Τι άλλο μπορεί να σε κάνει να αισθανθείς υποδουλωμένη πνευματικά-ψυχικά και τι σπάει τα δεσμά σου;

Η αδυναμία διατύπωσης μιας ιδέας για λύση. Και δεν το λέω βγάζοντας την ουρά μου απ’ έξω… Απλώς νιώθω σαν να είναι όλος ο κόσμος σε μια κιβωτό, με σφραγισμένα τα αμπάρια για να μην μπει το νερό και μας πνίξει, με σκεπή αντί για ουρανό, όπου όλοι, σαν ζώα, σκουντουφλάμε ο ένας πάνω στον άλλο, δαγκωνόμαστε ή ερωτευόμαστε, χωρίς κανένας να πιλοτάρει το καράβι, χωρίς κανένας να ξέρει προς τα που πάμε. Είναι η έλλειψη πλοηγού. Είτε αυτός είναι πνευματικός ηγέτης, ή είναι μια ιδέα που βγάζει νόημα και συναρπάζει τα πλήθη. Αυτό που μου δίνει ελπίδες και φωτίζει τις ρωγμές του αδιεξόδου, είναι η συνύπαρξη με μικρά παιδιά. Πάντα έχουν λύσεις, πολύ απλές και πολύ εύστοχες. Και πάντα έχουν απορίες, όπως π.χ. «γιατί γίνεται πόλεμος;», που εύχομαι να τις θυμούνται για πάντα. 

-Το θέατρο αποτελούσε μονόδρομο για σένα από την πρώτη στιγμή; Ή είναι κάτι που χτιζόταν μέσα σου μέρα τη μέρα, καθώς ζούσες μέσα του;

Στην αρχή ήθελα να γίνω αστροναύτης, μετά βιολόγος και έπειτα εγκληματολόγος. Νομίζω πως ήθελα να εξερευνήσω το άγνωστο, μετά να ψάξω για κάτι που θα βοηθούσε τον κόσμο και τέλος να βρω την κρυμμένη αλήθεια. Οι επιρροές του περιβάλλοντός μου, καμία σχέση δεν είχαν με τα παραπάνω κι ήταν πιο καλλιτεχνικές. Το θέατρο σου δίνει τη δυνατότητα να κατασκευάσεις πολλές διαφορετικές μικρογραφίες, στις οποίες να αναζητήσεις κάτι απ’ τα παραπάνω ή και όλα συγχρόνως.

Το φοβερό είναι πως αυτό το κατασκεύασμα, διαρκώς απειλείται ή αναζωογονείται από την ίδια του τη στιγμή και απ’ τους ζωντανούς οργανισμούς που το θεμελιώνουν. Ζει και πεθαίνει αδιαλείπτως. Κάτι που δεν έχει ο κινηματογράφος και που, όσο περνάει ο καιρός, αυτή του η ασφάλεια, με γοητεύει. 

-Σκέφτεσαι να κάνεις ποτέ και ταινία; Ή νιώθεις ταγμένη στο θέατρο;

Ζω για να κάνω ταινία! Κι ας μην έμπαινα ποτέ ξανά σε θέατρο. Ξέρω ποια είναι η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη. Το ιδανικό τους καστ, το μοντάζ, τον ήχο, τις κορυφαίες τους στιγμές. Το θυμάσαι, όμως, ότι ζούμε στην Ελλάδα, έτσι; Το μπάτζετ της πρώτης ισοδυναμεί με τρεις καλές θεατρικές παραγωγές. Θα δείξει… Το θέλω πολύ.

-Η θέση του σκηνοθέτη είναι προφανώς αυτή με τις περισσότερες ευθύνες. Μια ιδιαιτερότητα είναι πως όταν ξεκινάς έρχονται στιγμές που πρέπει να εμφυσήσεις την ιδέα σου σε έναν φτασμένο ηθοποιό. Αγχώνεσαι καθόλου σε τέτοιες περιπτώσεις; Πώς ένιωσες για παράδειγμα όταν σκηνοθέτησες τον Άγγελο Παπαδημητρίου και τη Γωγώ Μπρέμπου στη Γκάμπυ;

Θυμάμαι μια φορά, σε ένα μάθημα υποκριτικής με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στη Σχολή, είχα πάρει το λόγο για να πω πως «όποτε μια παράσταση είναι κακή, φταίει ο σκηνοθέτης και πως όποτε μια παράσταση είναι καλή, οφείλεται στους ηθοποιούς». Κάτι μου είχε πετάξει που, ευτυχώς, με βρήκε ξώφαλτσα. Αλλά όσο κι αν πονάει, ακόμη το πιστεύω. Η ευθύνη είναι 50-50, αλλά στα μεγάλα καλά οι ηθοποιοί φωτίζονται (και καλώς συμβαίνει αυτό) και στα μεγάλα σφάλματα, ο σκηνοθέτης την πληρώνει. Δεν αγχώνομαι για το πως θα παρουσιάσω την ιδέα μου, ίσα ίσα συνήθως υπερενθουσιάζομαι.

Το θέατρο είναι σαν την απόφαση που παίρναμε μικρά, ότι στις 6 το απόγευμα, έχουμε ραντεβού στην πυλωτή για να παίξουμε κρυφτό. Σίγουρα εμπεριέχει τσακωμούς για το …ποιος τα φυλάει, αλλά βασίζεται εξαρχής στην απόφαση ότι δεν παίζουν ρόλο ηλικίες, εμπειρίες και χρόνια στο κουρμπέτι. Σημασία έχει να παίξουμε ένα υγιές και δίκαιο παιχνίδι, προς όφελος ενός γενικού καλού αποτελέσματος. Όταν, δε, αποδέχονται την πρότασή σου άνθρωποι καταξιωμένοι και ταλαντούχοι, όπως ο Άγγελος Παπαδημητρίου και η Γωγώ Μπρέμπου, όπως λες, δεν μπορείς να μην νιώσεις τιμή και αγάπη που δέχονται να παίξετε μαζί με τα παιχνίδια σου.

-Στον αντίποδα βέβαια, είσαι και ένας «παιδαγωγός» των νεότερων. Βλέπεις τον εαυτό σου, την Κίρκη, ως ένα μέσο για να γίνουν κάποιοι άλλοι καλύτεροι; Να εξερευνήσουν πλευρές τους που δεν γνώριζαν ότι είχαν;

Πάλι θα σου φέρω ως παράδειγμα τα φοιτητικά μου χρόνια. Σε ένα μάθημα σκηνοθεσίας -δεν θα πω με ποιον καθηγητή-, μια συμφοιτήτριά μου πρότεινε ως εναρκτήρια σκηνή μιας μεγάλης τραγωδίας, την τοποθέτηση μιας κενής καρέκλας στο κέντρο της σκηνής. Όταν ο καθηγητής -και σκηνοθέτης- άκουσε τη σκέψη της, άρχισε να της κάνει κήρυγμα για το ότι αυτό ‘δεν είναι θέατρο». Η υπόλοιπη τάξη την υπερασπιζόμασταν, λέγοντας πώς είναι μια σκέψη που μεταξύ άλλων υποδεικνύει μια αναμονή, την έλλειψη μιας ανθρώπινης παρουσίας, την αγωνία, ρε παιδί μου, για μια συνέχεια. Τελικά τσακωθήκαμε όλοι με αυτόν τον καθηγητή -γιατί δεν έβαζε μυαλό- και η συμφοιτήτριά μας έχει ήδη κάνει μεγάλη και ζηλευτή καριέρα στο εξωτερικό.

Παιδαγωγός, λοιπόν, δεν σημαίνει να καπελώνεις και να προσπαθείς να βγάλεις τον «καλύτερο» εαυτό κάποιου. Σημαίνει να του μαθαίνεις να έχει αυτοπεποίθηση, να υπερασπίζεται τη γνώμη του, να ανακαλύπτει μόνος του τα εργαλεία που θα τον βοηθήσουν να εκφράσει τα βαθύτερα θέλω του. Ουσιαστικά, είναι μια προσπάθεια να του οργανώσεις τον δρόμο πάνω στον οποίο θα βαδίζει χωρίς να φοβάται, με τόλμη και χωρίς περιττούς ναρκισσισμούς. Να μάθει να συνεργάζεται και να σέβεται, να έχει πάντα μια ευγενή προδιάθεση για τους συνεργάτες και τον κόσμο γύρω του. 

-Ποια φαντασία διαφεντεύει τη σκέψη σου όταν ετοιμάζεις μια παράσταση; Είναι ένα βιβλίο που διάβασες; Ένα ταξίδι που έκανες; Κάποιο όνειρο που είδες;

Είναι όλες μαζί οι τελευταίες έντονες εμπειρίες που είχα λίγο πριν ξεκινήσω τις πρόβες για κάτι. Ναι, είναι ένα βιβλίο, ένα ταξίδι, ένα όνειρο, μια φράση. Αυτά υποκινούν με άμεσο τρόπο τις πρόβες. Τα πιο κοντινά. Αλλά και με ένα υπόγειο τρόπο, όλα τα περασμένα βιώματα, τις ανατρέφουν. Είναι σαν να φτιάχνεις ένα βρεφικό δωμάτιο, φαντάζομαι.. Βάζεις μέσα ό,τι νομίζεις πώς θα κάνει καλό στο μωρό σου (βλ. παράσταση) και σε σένα, προκειμένου να νιώσετε οικειότητα, ζεστασιά και ελευθερία. Φυσικά, δεν ξεφεύγω -κι ούτε θέλω- από την ανάγκη μου να (νομίζω ότι) διαφέρω, σε σχέση με ό,τι σχετικό έχει προηγηθεί πάνω σε ένα έργο ή θέμα. Προσπαθώ να με εκπλήξω κι όταν δεν τα καταφέρνω, στεναχωριέμαι. Επίσης, πάντα, έχω μια κρυφή «αφιερωματική» ανάγκη, π.χ. η «Γκάμπυ» ήθελα να μοιάζει με ένα τρυφερό μνημόσυνο στη θρυλική Γαβριέλλα. 

-Αν διάβαζες το βιογραφικό σου σαν μια άλλη, ποιο θα ήταν εκείνο που θα σε γέμιζε με περηφάνια και θαυμασμό;

Το ότι σπούδασα στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δεν έφυγα για το εξωτερικό, βρέθηκα για πέντε χρόνια σε μια πόλη που έχει μια τρομερά ενδιαφέρουσα νεανική κουλτούρα, σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο που του αξίζουν πολλά εύσημα και είχα καταπληκτικούς καθηγητές, σε πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο, που αγαπούν τους φοιτητές τους. Το να σπουδάζεις το θέατρο στην Ελλάδα – ειδικά σε μια τέτοια συνθήκη-, όταν θέλεις να δουλέψεις σ’ αυτήν, είναι ιδανικό. 

* Η παράσταση Οργισμένα Νιάτα παίζεται κάθε Πέμπτη στις 21:00 και κάθε Παρασκευή στις 18:30 στο Θέατρο OLVIO (Ιερά Οδός 67 & Φαλαισίας 7, Βοτανικός).