Ο Γιάννης Σακαρίδης φέρνει ένα άλλο «Όσκαρ» στην Πλατεία Αμερικής

Σακαρίδης
Μια συζήτηση για μια ταινία που συζητήθηκε πολύ σε πολλά φεστιβάλ του κόσμου.

Όταν τον περασμένο Σεπτέμβριο γινόταν γνωστό ότι η Πλατεία Αμερικής θα αποτελέσει την ελληνική πρόταση για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης, είχα ταυτόχρονα μια έκπληξη και μια… μη έκπληξη. Ο Γιάννης Σακαρίδης τοποθέτησε στην αφήγηση του το προσφυγικό και σε συνδυασμό με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ήταν κάπως αναμενόμενο να γίνει αυτή η πρόταση.

Απλώς επειδή πέρσι η Δάφνη Ματζιαράκη βρέθηκε στα Όσκαρ με το ντοκιμαντέρ της που απεικόνιζε την συγκομιδή των προσφύγων από τα νερά του Αιγαίου, δεν φανταζόμουν ότι θα επιχειρήσουμε να πάμε ξανά σε συγγενή ιστορία. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για ντοκιμαντέρ. Ούτε για εστίαση στους πρόσφυγες και τους ανθρώπους των νησιών μας που τρέχουν καθημερινά για την σωτηρία τους. Μιλάμε για την ανάγκη που έχει ο Γιάννης Σακαρίδης να δείξει ότι ο ρατσισμός δεν υπάρχει εγγενώς μέσα μας. Μας τον καλλιεργούν. Κι αφού μας τον καλλιεργούν είναι εύκολο να βρούμε τρόπο να μην τον ποτίζουμε, παρά να «ξεγράφουμε» ανθρώπους με ευκολία.

Μεταξύ των ταξιδιών του ανά τα κινηματογραφικά φεστιβάλ, ο Γιάννης Σακαρίδης μας έδωσε την ευκαιρία να καταλάβουμε λίγο καλύτερα γιατί δεν διάλεξε τον εύκολο δρόμο της στηλίτευσης, αλλά αυτόν της κατανόησης.

-Την περασμένη χρονιά βρέθηκε στα Όσκαρ μια ελληνική ταινία, ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους για την ακρίβεια, το 4.1 Μίλια της Δάφνης Ματζιαράκη. Φέτος έρχεται η δική σας ταινία, η οποία αν και δεν είναι ντοκιμαντέρ, ουσιαστικά είναι μιας και δεν θέλει να δείξει αθώους και ενόχους. Περιγράφει απλώς την πορεία των ανθρώπων προς μια θέση. Όπως ο Νάκος. Ποια ήταν η φιλοδοξία σας με την Πλατεία Αμερικής;

Η φιλοδοξία πάντα ήταν να ταξιδέψει η ταινία σε όλο το κόσμο. Εμπνέομαι από προσωπικά βιώματα, από καυτά ζητήματα της επικαιρότητας και βασίζομαι στο βιβλίο του Γιάννη Τσίρμπα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει». Ψάχνω μια φόρμα η οποία αγγίζει τον νέο Νεορεαλισμό, με χιούμορ, λυρισμό, γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό και πυκνότητα στη θεματολογία. Με ρεαλιστικούς χαρακτήρες οι οποίοι δεν χάνουν την επαφή τους με την πραγματικότητα σε μια αναγνωρίσιμη κοινωνία του σήμερα.

-Είστε ένας άνθρωπος που έχετε μια αντίληψη γύρω από το προσφυγικό. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να μην δώσετε χρωματισμό στην ταινία;

Κατάγομαι και εγώ από προσφυγική οικογένεια, οι παππούδες μου ήρθαν από την Ανατολική Θράκη, επίσης στα 18 χρόνια που έζησα στο Λονδίνο με κάνανε να έρθω πολύ κοντά σε ανθρώπους που είναι μετανάστες ή πρόσφυγες. Οπότε ναι, το αποδίδω χωρίς μελόδραμα και χρώμα αφού πιστεύω ότι ο άνθρωπος όταν έχει χάσει τα πάντα, σπίτι, πατρίδα οικογένεια, φίλους, δείχνει μια πολύ μεγάλη ψυχραιμία και κοιτάζει να επιζήσει από μέρα σε μέρα.

Εδώ με τους 3 πρωταγωνιστές του: Μάκης Παπαδημητρίου, Γιάννης Στανκόγλου και Βασίλης Κουκαλάνι.

-Στις δηλώσεις σας στο Hollywood Reporter μιλήσατε για το τατουάζ ως κάτι που κανείς δεν μπορεί να στο πάρει. Για τους χαρακτήρες το τατουάζ είναι κίνητρο επιβίωσης, είναι ανάμνηση, είναι ένας πόνος; Είναι όλα αυτά μαζί το ίδιο;

Το tattoo είναι το μόνο προσωπικό στοιχείο που μπορεί να κρατήσει ασφαλές κάποιος που φεύγει από τη πατρίδα του στην Αφρική ή την Ασία και ταξιδεύει κάτω από αντίξοες συνθήκες προς την Ευρώπη ή την Αυστραλία.

To “Refuse to sink” είναι το πιο δημοφιλές και χαρακτηριστικό τατουάζ ανάμεσα στους πρόσφυγες. Είναι το tattoo του πρωταγωνιστή Μπίλι (Γιάννη Στάνκογλου) και της φίλης του Τερέζας (Ξένια Ντάνια). Επίσης το tattoo είναι το ίδιο σε όλα τα χρώματα δέρματος σε όλες τις φυλές. Και όπως λέει ο Μπίλι: «Ακόμα και το μελάνι, το ταπεινό μελάνι, διαρκεί περισσότερο από μας. Από τους έρωτές μας, τον ιδρώτα μας, το σώμα μας το ίδιο. Ενάμισι χρόνο. Παίρνει ενάμισι χρόνο να φύγει ένα τατού. Αφού πεθάνεις…».

-Η ταινία τοποθετεί το προσφυγικό ως πρόβλημα μόνο για έναν από τους μη προσφυγικούς χαρακτήρες. Για όλους τους άλλους οι πρόσφυγες είναι απλώς άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφονται σαν από πάντοτε. Είναι αυτό ένα μήνυμα ότι η απορρόφηση τους από την κοινωνία στο μέτρο του δυνατού δεν σημαίνει κάποια απώλεια για τους ιθαγενείς, αλλά αντίθετα είναι βοηθητική;

Ναι φυσικά. Επίσης οι χαρακτήρες του Μπίλλη (Γιάννης Στάνκογλου) και του Νάκου (Μάκης Παπαδημητρίου)  έχουν μεγαλώσει στην ίδια πολυκατοικία, πήγαν στο ;iδιο σχολείο, ήταν στις ίδιες παρέες, παρόλα αυτά η άποψη τους στο προσφυγικό είναι τελείως αντίθετη. Οπότε ρατσιστής δε γεννιέσαι, γίνεσαι.

-Θέλω να σταθώ λίγο παραπάνω στον χαρακτήρα του Νάκου. Τον βλέπουμε στην ταινία να παθιάζεται και να οπλίζεται με μίσος για τους πρόσφυγες. «Άλλαξαν την πλατεία μας» λέει σε κάθε του συζήτηση με ανθρώπους. Ψάχνει κάποιον που να ταυτιστεί μαζί του. Φτάνει στο ακραίο σημείο να τους δηλητηριάσει. Είναι ο Νάκος, όπως δημιουργείται, ένα χαρακτηριστικό δείγμα ανθρώπου που αφήνει τον ρατσισμό να τον κυριεύσει;

Είναι σε πλήρη ανισορροπία. Δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι άλλο εκτός από όλους αυτούς που του «χαλάνε» τη γειτονιά, το τόπο που ζει. Ρίχνει όλο το φταίξιμο της μιζέριας του στους πρόσφυγες και τους θέλει να «εξαφανιστούν».

-Αντίθετα, όταν βλέπει τη μάνα του να σφαδάζει από τους πόνους δεν είναι τόσο συναισθηματικός. Είναι απλώς σαστισμένος. Λες και το μίσος είχε αποπροσανατολίσει την λειτουργία της αγάπης. Ήταν αυτό μια αντίθεση που θέλατε να αναδειχθεί;

Ναι, είναι από τις αγαπημένες μου σκηνές η αντίδραση όλης της οικογένειας στο τραγικό γεγονός. Είναι σαστισμένος αλλά και οι γονείς του σιωπηλοί.

-Υπάρχει μια σημαντική φράση που λέει ο Ταρέκ. Τα σύνορα είναι επιχείρηση. Είναι η μητέρα γη των πολέμων. Πιστεύετε ότι τα σύνορα είναι ένα τρόπον τινά κατάλοιπο παράδοσης που θα έπρεπε να καταργείται σε τόσο μεγάλες εισροές ανθρώπων; Να κοιτάζουμε μόνο πως να τους αφομοιώσουμε και να νιώσουν μέρος του πληθυσμού;

Πιστεύω στα ανοικτά σύνορα και την ελεύθερη διακίνηση του πληθυσμού, κυρίως σε βιβλικές καταστροφές όπως αυτή της Συρίας. Τα σύνορα είναι η τρίτη μεγαλύτερη μπίζνα μετά τα όπλα και τα ναρκωτικά.

-Υποθέτω ότι η επίτευξη μιας τέτοιας ταινίας δεν ήταν εύκολη σε ζήτημα οικονομικής άνεσης. Ποιο είναι αυτή τη στιγμή το τοπίο του ελληνικού σινεμά όπως το αντιλαμβάνεστε; Γιατί σε επίπεδο ποιότητας υπάρχει μια ξεκάθαρη άνοδος την τελευταία 3ετία.

Ναι, η ποιότητα έχει ανέβει. Αλλά έχει γίνει πολύ δύσκολο πλέον να κάνεις σινεμά. Πρέπει να ανοίξουμε τα σύνορα στις συμπαραγωγές από το εξωτερικό γιατί εδώ μόνοι μας θα πάθουμε συγκοπή από τη γραφειοκρατία.

-Το προσφυγικό προσέφερε μια δεξαμενή αφήγησης στους Έλληνες σεναριογράφους και σκηνοθέτες. Μπορούν οι Έλληνες σκηνοθέτες να γίνουν δεξαμενή βοήθειας για τους πρόσφυγες ως προς την αντίληψη που έχει η ελληνική κοινωνία γι΄αυτούς;

Ναι, οι πρόσφυγες φύγανε από τις πλατείες και το Ελληνικό και πλέον ζουν σε πιo ανθρώπινες συνθήκες. Έχουν γίνει μεγάλες προσπάθειες αποκατάστασης από τη Πολιτεία και πολύς κόσμος βοήθησε εθελοντικά. Όταν κάναμε τα γυρίσματα στο τέλος του 2015, το νούμερο είχε φτάσει στο 1,2 εκατομύρια. Απλά δε ξέραμε τότε ότι καταγράφουμε τη μεγαλύτερη προσφυγική κρίση των χρόνων μας.

-Αν δεν κάνω λάθος αυτή είναι η δεύτερη ταινία σας. Πάνω σε ποια κομμάτια σας βλέπετε μια εξέλιξη ή και μια διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν;

Είναι πιο ώριμη δουλειά και πιο κοντά σε αυτό που θέλω να κάνω. Στο WILD DUCK (2013) είχαμε μηδενικό μπάτζετ αλλά και επίσης εξαιρετική ομάδα, Γιαν Βόγκελ, Θέμις Μπαζάκα, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Γιάννης Στάνκογλου κά. Καταφέραμε να κάνουμε πρεμιέρα στο Τορόντο, Μπουσάν και πολλά άλλα φεστιβάλ. και στις δύο ταινίες έκανα κάστινγκ πριν ολοκληρωθεί το σενάριο οπότε με τους ηθοποιούς συζητάμε το θέμα, τον χαρακτήρα και ο ηθοποιός βάζει τη ζωή του μέσα στο σενάριο: αυτά που ζει, που ονειρεύεται, που φαντάζεται αλλά και αυτά που θα ήθελε να κάνει. Μια avant-garde αυτοβιογραφία.

-Ως η ελληνική πρόταση για τα Όσκαρ, έχετε να αντιμετωπίσετε έναν ισχυρό ανταγωνισμό. Εκτός από την δική σας Πλατεία, έχουμε το Square του Έστλουντ που πήρε τον Χρυσό Φοίνικα, έχουμε το Loveless του Ρώσου Ζβγιαγκίντσεφ. Ποιες από τις φετινές ταινίες εκτός Χόλιγουντ θαυμάσατε;

Υπάρχουν τουλάχιστον 15 εξαιρετικές ταινίες από μεγάλους σκηνοθέτες και είναι τιμή μου που είμαι ανάμεσα τους. Σίγουρα έμαθα πολλά αυτούς τους δύο μήνες.

-Ποιες ήταν οι αντιδράσεις που λάβατε από κοινό και κριτικούς στα φεστιβάλ του εξωτερικού που έχετε πάει;

Πήγαμε σε πολλά φεστιβάλ, κερδίσαμε βραβεία από επιτροπές αλλά και από το κοινό στο Πεκίνο, στο Μπουργκάς, και από φοιτητές στη Τεργέστη και στη Θεσσαλονίκη. Επίσης η ταινία βρήκε διανομή στη Β. Αμερική, Κίνα, Τουρκία, Ισπανία, στο HBO κά. Οι κριτικές δεν με απασχολούν τόσο, όσο οι γνώμη των συνεργατών και των ηθοποιών.