Φρανκ Σέρπικο: Ο μπάτσος – «καρφί» που φορούσε παντελόνια

Κάποιοι ακόμη τον αποκαλούν υποτιμητικά «rat» επειδή δεν δέχτηκε πως «απλά τα πράγματα έτσι γίνονται εδώ γύρω φίλε»...

Τον Φεβρουάριο του 1971 δύο αστυνομικοί του τμήματος της Νέας Υόρκης συζητούν ενώ πίσω τους περνά ένα ασθενοφόρο που μεταφέρει κάποιον συνάδελφό τους. «Νομίζεις ότι το έκανε μπάτσος;» ρωτάει ο πρώτος και η απάντηση που παίρνει είναι ακόμη πιο παράξενη κι από την ίδια την ερώτηση. «Ξέρω έξι που είπαν πως θα το έκαναν». Ο «μπάτσος» που οι υπόλοιποι θα σκότωναν ευχαρίστως λέγεται Φρανκ Σέρπικο και αιμορραγεί καθ’ οδόν για το νοσοκομείο. Λίγα λεπτά νωρίτερα -κατά τη διάρκεια εφόδου για ναρκωτικά, όπου διατάχθηκε να μπει μπροστά- δέχτηκε μια σφαίρα στο πρόσωπο. Η… τύχη μόλις είχε χαμογελάσει σε όλους εκείνους που τον ήθελαν νεκρό, αφού είχε ξεσκεπάσει τη μεγαλύτερη υπόθεση σαπίλας και διαφθοράς στον βρώμικο κόσμο του NYPD.

Ο πραγματικός Φρανκ Σέρπικο

Το παραπάνω απόσπασμα είναι σκηνή από την ταινία που με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο έκανε την ιστορία γνωστή στο ευρύ κοινό. Ο πραγματικός Φρανκ Σέρπικο ζει ακόμα καθώς εκείνη την ημέρα ένας ηλικιωμένος ένοικος της πολυκατοικίας κάλεσε ασθενοφόρο. Οι συνάδελφοί του απλά γύρισαν την πλάτη τους και απομακρύνθηκαν. Ωστόσο δεν υπήρξε καμία έρευνα για το γεγονός και την πιθανή εμπλοκή τους. Βέβαια δεν χρειαζόταν επίσημη επιβεβαίωση. Ήταν δεδομένο πως από τη στιγμή που άνοιξε το στόμα του, το όνομά του ήταν γραμμένο σε όλες τις death lists της Νέας Υόρκης.

Έχοντας περάσει χρόνια ως απλός αστυφύλακας περιπολίας, μετεπήδησε στην ασφάλεια το 1967. Εκεί έκανε αυτό που λέγεται εύκολα, αλλά συμβαίνει δύσκολα. Όταν βρέθηκε κύκλος μιας αλυσίδας χρηματισμού αστυνομικών, αντιστάθηκε. Δεν πήρε το προκαθορισμένο μερίδιο. Ο Σέρπικο δεν ήταν ούτε άγιος ούτε ήρωας. Οι περισσότεροι στη θέση του δεν θα έβγαζαν τσιμουδιά και απλά θα επέλεγαν μέσα στα χρόνια το βαθμό εμπλοκής που θα τους επέτρεπε η ελαστικότητα της συνείδησής τους.

Εκείνος αποφάσισε να αντιδράσει. Να καταγγείλει τον χρηματισμό και τη διαφθορά. Ίσως απλά θεωρώντας ότι αυτό ταίριαζε με το job description ενός αστυνομικού και τίποτα παραπάνω. Ένας απλός άνθρωπος που σκέφτηκε ότι το «to serve and to protect» δεν συνάδει με προστασίες, φακελάκια και pay roll του υποκόσμου. Κι όμως, αυτή η στάση του τον εξορίζει στο περιθώριο επειδή είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Ο Σέρπικο μετατίθεται συνεχώς από διεύθυνση σε διεύθυνση, για να ανακαλύψει ακόμη μεγαλύτερη διαφθορά. Όταν βρίσκει -επιτέλους- έναν σύμμαχο μέσα στο σώμα (Ντέιβιντ Νταρκ)και το κουράγιο να μιλήσει στους New York Times, γνωρίζει πως δεν έχει καμία τύχη έξω στους δρόμους.

Η επιτροπή Knapp

Ο Φρανκ Σέρπικο ήταν ο πρώτος αστυνομικός στην ιστορία της Νέας Υόρκης που κατήγγειλε επώνυμα και δημόσια διαφθορά εκατομμυρίων δολαρίων. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρξουν μεγάλες αλλαγές σε πρόσωπα, ενδεχομένως και σε πρακτικές. Όσο δεν βρίσκεται δεύτερος «Σέρπικο» είναι δύσκολο να εκτιμήσεις το κατά πόσο ένα σώμα είναι διεφθαρμένο ή όχι.

Λίγους μήνες μετά το περιστατικό, ο Σέρπικο αποφάσισε πως είχε τελειώσει με εκείνο τον κόσμο. Είτε είχε γίνει καλύτερος εξαιτίας του είτε όχι, δεν του έκανε διαφορά. Τα πνευματικά δικαιώματα από τη βιογραφία του και το φιλμ που βασίστηκε σε αυτή αργότερα, του επέτρεψαν να ζει μια ζωή όπως την ήθελε. Πέρασε καιρό στο εξωτερικό και στη συνέχεια επέστρεψε στις ΗΠΑ.

Ξανά στο περιθώριο

Στο τέλος της ταινίας (τη μουσική της οποίας έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης) αναφέρεται πως ο Σέρπικο «ζει κάπου στην Ελβετία», πράγμα που ίσχυε τότε.

Εκεί παντρεύεται μια Ολλανδή με την οποία θα αποκτήσει δυο παιδιά. Όταν εκείνη πεθαίνει από καρκίνο, ο Σέρπικο χάνει την επιμέλεια από τους γονείς της γυναίκας του. Μένει ξανά «παρίας». Το πάρε-δώσε με την -τότε- μοντέρνα εκδοχή της κοινωνίας είναι ένα εκτός γάμου παιδί με μια ερωμένη την οποία κατηγόρησε ότι τον «τύλιξε». Όσο για τον γιο του, Άλεξ Σέρπικο, για χρόνια προσπάθησε να αποφύγει να τον αναγνωρίσει, αλλά έχασε στο δικαστήριο.

Τότε ξεκίνησε τη νομαδική ζωή, την οποία διατήρησε για δεκαετίες. Περιστασιακά έκανε κάποια εμφάνιση. Συνήθως για να ενώσει τη φωνή του με άλλες κατά της αστυνομικής βίας. Ή για να εκφράσει την πικρία του για το γεγονός ότι πέρα από ένα μετάλλιο ανδρείας («δεν υπήρξε παρασημοφόρηση ή τελετή, μου το πέταξαν σε ένα γραφείο σαν ένα πακέτο τσιγάρα», είχε πει) δεν αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του.

Πλέον ζει σε μια δασική έκταση στην Κολούμπια. Εκεί έχει ένα ξύλινο σπίτι, χωρίς ιδιαίτερες ανέσεις. Μέχρι το 2010 το μόνο που είχε δει από την ταινία που περιέγραφε αυτό που υπήρξε ήταν οι τίτλοι αρχής. «Είναι δύσκολο να παρακολουθείς τον εαυτό σου να πεθαίνει», δικαιολογήθηκε σε δημοσιογράφο των New York Times. Έχει χάσει εντελώς την ακοή του στο αριστερό αυτί, κουβαλά θραύσματα της σφαίρας σε διάφορα σημεία του κεφαλιού και ζει απομονωμένος. Ωστόσο, τον Οκτώβρη του 2017 βγήκε ξανά προς τα έξω με την ευκαιρία της προβολής ενός ντοκιμαντέρ στο οποίο πρωταγωνιστεί κιόλας. Φέρει το όνομά του και εξιστορεί κάτω από ποιες συνθήκες οι ίδιοι οι συνάδελφοί του αποφάσισαν να τον βγάλουν από τη μέση. Κάποιοι ακόμη τον αποκαλούν υποτιμητικά «καρφί» επειδή δεν δέχτηκε πως «απλά τα πράγματα έτσι γίνονται εδώ γύρω φίλε»…