«Πάρε το 0»: Τι πιστεύαμε ότι συμβαίνει στο τηλέφωνο των 90’s όταν το κάναμε

Κι όμως, κάποτε ο πιο «μαγικός» αριθμός στην Ελλάδα ήταν το μηδέν!
Γιώργος Μαραθιανός

Γράφει ο Γιώργος Μαραθιανός

Ο Έλληνας είναι ένας τύπος που δεν του αρέσει να ταλαιπωρείται. Ψάχνεται πάντα για μια πλάγια οδό που θα κάνει ευκολότερη τη ζωή του. Για μια γρήγορη λύση που θα τον απαλλάξει ως δια μαγείας από την όποια δυσκολία.

Μιλάμε για έναν λαό που κόβει δρόμο ακόμα και στον επιτάφιο, τι να λέμε τώρα.

Έτσι ήταν πάντα λοιπόν, έτσι είναι και τώρα σ’ αυτή τη χώρα.

Και μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ευρέως διαδεδομένες πατέντες που χρησιμοποιήθηκε ποτέ για να επιλύσει κάποιο πρόβλημα του Έλληνα ήταν το «πάρε το μηδέν».

Στην εποχή όπου τα κινητά δεν υπήρχαν, το σταθερό τηλέφωνο (με το καντράν που πάντα φοβόσουν ότι θα σου παγιδεύσει το δάχτυλο και το σπιράλ καλώδιο που μπλεκόταν χειρότερα κι απ’ το σημερινό hands free) ήταν μονόδρομος για να επικοινωνήσεις.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά. Γιατί πες ότι έβρισκες το νούμερο που είχες καταχωρημένο (τότε) στην ατζέντα σου.

Πες ότι εντόπιζες κάποιον άγνωστο στον «Χρυσό Οδηγό» που είχε πάχος σαν τάβλι.

Αυτό δεν σήμαινε απαραιτήτως ότι θα μιλήσετε. Ή ότι θα μιλήσετε τελοσπάντων χωρίς προβλήματα.

Καταρχάς υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο να μπλέξουν οι γραμμές.

Ελλόχευε συχνά ο κίνδυνος να σαλιαρίζεις «με το μωρό» στο ακουστικό και άθελά της να κάνει… αυτί κάποια γιαγιά στο Κιλκίς. Να παίρνεις τον κολλητό σου να τα πείτε και να βγαίνει κάποιος τυρέμπορας από την Καλαμάτα.

Ακόμα κι αν δεν παρουσιάζονταν ωστόσο τέτοια ζητήματα, υπήρχε ένα άλλο συχνό πρόβλημα: Τα παράσιτα.

Τόσο στη μια περίπτωση λοιπόν (του μπλεξίματος των γραμμών), όσο και στην άλλη (των παρασίτων) υπήρχε έτοιμη η λύση: Ο… μαγικός αριθμός «0»!

Και όντως, από τεχνικής άποψης είχε βάση η πατέντα. Διότι την εποχή που τα τηλεφωνικά κέντρα ήταν ακόμα αναλογικά, κάθε γύρισμα του καντράν αντιστοιχούσε σε μια διαδρομή στο τηλεφωνικό κέντρο.

Και επειδή το μηδέν ήταν η μεγαλύτερη διαδρομή που μπορούσε να γίνει, θεωρείτο από τους τεχνικούς ότι έδινε μεγαλύτερη ισχύ στη γραμμή και την καθάριζε.

Αυτό συνέβαινε λοιπόν στην πραγματικότητα. Τι νομίζαμε εμείς όμως ότι συνέβαινε κάθε φορά που «παίρναμε το μηδέν»; Κάθε φορά που εφαρμόζαμε την κλασική συνταγή;

Όταν -γεμάτοι αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι το πρόβλημα θα λυθεί- κάναμε την ταχυδακτυλουργική κίνηση στο καντράν;

Ήταν λοιπόν σαν να πιστεύουμε ότι:

-Mια τηλεκατευθυνόμενη μπατονέτα τρύπωνε άμεσα στο αυτί του συνομιλητή και καθάριζε το κερί που είχε συσσωρευτεί.

Πρέπει να ήταν περισσότερο κι από μανουάλι σε ενορία το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου για να μην ακούει τίποτα απ’ αυτά που του λέγαμε.

-Ολόκληρο του περιβάλλον του συνομιλητή (είτε επρόκειτο για σπίτι όπου γκρίνιαζε η σύζυγος μες στ’ αυτί του, είτε επρόκειτο για πολυσύχναστο δρόμο όπου γίνονταν έργα και ούρλιαζε κομπρεσέρ)  έμπαινε στο mute:

Με τον ίδιο αυτόματο τρόπο που το βάζαμε εμείς όταν βλέπαμε τσόντα πιτσιρικάδες στο Filmnet και άνοιγε γονιός την πόρτα του δωματίου μας.

-Στις αμέσως επόμενες λέξεις μετά την εφαρμογή του «κόλπου» η φωνή μας θα ακουγόταν πιο δυνατά κι από μέλους του περήφανου σώματος των Βροντόφωνων.

Και ο συνομιλητής όχι απλά θα μας άκουγε πλέον καθαρά, αλλά θα αντιδρούσε με ένα αυθόρμητο «τι φωνάζεις, ρε μαλάκα, κουφός είμαι»;