«Μέχρι την Κόλαση»: Το κορυφαίο θρίλερ των 00s δεν το ’χει δει… ψυχή

Μια ένοχη απόλαυση που αξίζει, πραγματικά, να «γευτεί» κανείς…

Μια ξύλινη, σκοροφαγωμένη πόρτα ανοίγει αργά- αργά. Τρίζει. Τρίζει πολύ. Την ίδια στιγμή, μια γριά με αφύσικα γαλάζιο δεξί μάτι- χαρακτηριστικό «δείγμα» του καταρράκτη- βγάζει τη μασέλα της, την ακουμπάει στο τραπέζι για να μπορέσει να φάει, και βλέπουμε τεράστιες υγρές ουρές σάλιου να κρέμονται από τα ούλα της.

Στο επόμενο πλάνο, ένα στριγκό γέλιο απτού παροξυσμού ακούγεται στο μισοσκότεινο σοκάκι και συνοδεύεται από μια απόκοσμη τσιρίδα. Λίγο πριν το τέλος, μια ανυποψίαστη κοπέλα μπαίνει στο αυτοκίνητό της, για να αισθανθεί αμέσως μόλις κάτσει στη θέση του οδηγού ένα παγωμένο χέρι να την γραπώνει από το λαιμό και δυο χείλη να της ψιθυρίζουν κάτι- κάτι άσχημο– στ’ αυτιά της.

Πίσω στο 2007, ο Σαμ Ράιμι είχε ολοκληρώσει την τριλογία του «πρωτότυπου» Spiderman, η οποία ξεκίνησε συμπαθητικά (2002), ακολούθησε ένα πολύ καλό δεύτερο μέρος (2004), για να ρίξει αυλαία μ’ ένα τρίτο που αν ήταν ζαρζαβατικό, δε θα μπορούσε να είναι κανένα άλλο από την πατάτα- και, μάλιστα, την ανεκδιήγητη πατάτα.

Κουβαλώντας, λοιπόν, στις πλάτες του την επιτομή της superhero αποτυχίας (το Spiderman 3), ο Αμερικανός σκηνοθέτης αποφάσισε ν’ απαλλαγεί από τα μεγάλα στούντιο/ τυράννους και να γυρίσει στο φιλμικό του σπίτι.

Και, ξέρετε, δεν υπάρχει κανένα άλλο μέρος στον κόσμο σαν το σπίτι: ο Ράιμι τη δεκαετία του 1980 εκτόξευσε στην στρατόσφαιρα ολόκληρο το είδος κωμωδίας/ τρόμου, με δύο αξιοπρόσεκτα διαμαντάκια- το Evil Dead (1981) και το ακόμα καλύτερό του, μιας και δεν το γύρισε με κάτι σαν 7 δολάρια και 42 σεντ όπως το πρώτο, Evil Dead 2 (1985).

Έτσι, με το που ξεμπέρδεψε οριστικά από τον Άνθρωπο- Αράχνη και κατάφερε ν’ απεμπλακεί από τον ιστό του δια παντός, ο Ράιμι αποφάσισε να επιστρέψει στις κινηματογραφικές του ρίζες, οι οποίες ήταν απότιστες εδώ και πολύ καιρό.

Με το “Drag Me to Hell”, ο Αμερικανός δεν επαναπροσδιόρισε σε καμία περίπτωση το συγκεκριμένο genre, όμως έκανε σχεδόν αψεγάδιαστα αυτά στα οποία είναι πραγματικά καλός: χιούμορ (μαύρο τις περισσότερες φορές) αναμεμειγμένο με τις κατάλληλες ποσότητες τρόμου, όλες οι ευπρόσδεκτες κλισεδιές των θρίλερ «στριμωγμένες» μέσα σε λιγότερο από 100 λεπτά προβολής στο πανί, ορισμένα κοψοχολιάσματα που σε κάνουν να τιναχτείς από την καρέκλα σου στην σκοτεινή αίθουσα κι εν συνεχεία να το παίξεις πιο άνετος κι από τον Τσίπρα στην συνάντησή του με τον Ομπάμα στην Αθήνα κι ένα φινάλε που σε κάνει να υποκλιθείς γιατί «το τόλμησε».

Το στόρι θέλει την Κριστίνα, μια νεαρή κοπέλα που δουλεύει σε τράπεζα, ν’ αρνείται να χορηγήσει δάνειο σε μια γριά γυναίκα που δεν πληρούσε τις τυπικές προϋποθέσεις, με την γριούλα να μην το παίρνει και πολύ καλά- αντιθέτως, η γριούλα τα πήρε.

Η κατάρα πάει σύννεφο (το οποίο, φυσικά, ακολουθεί την Κριστίνα σε κάθε της βήμα), οι κολασμένες φιγούρες παρελαύνουν στο φιλμ με τον ρυθμό σεληνιασμένου οπλοπολυβόλου, τις φωνές και τα ουρλιαχτά διαδέχονται (ή προκαλούν) σκοτεινές ψαλμωδίες, η μαύρη μαγεία δίνει το ερεβώδες «παρών», τελετές (όχι και τόσο… φωτεινές), δαιμονισμένοι χοροί και μεγάλες ποσότητες ειρωνείας και απενοχοποιημένου χαβαλέ ρίχνονται στο μπλέντερ και το μείγμα που βγαίνει είναι μια «ποπ-κορν ταινία» που μας κλείνει το μάτι με νόημα, στέλνοντάς μας νοητά πίσω στα λατρεμένα 80s.

Εντάξει, ναι: στα 00s υπάρχει το “It Follows”, το “Let the Right One in”, το “Audition”, το “28 Days later”- ταινίες, δηλαδή, που έχουν να πουν περισσότερα από το- σχεδόν «μουγγό»- “Drag me to Hell”. Ίσως, μάλιστα, να είναι και αρκετά πιο τρομακτικές.

Όμως, το δημιούργημα του Ράιμι έρχεται να μας υπενθυμίσει πως, καμιά φορά, δεν υπάρχει τίποτα το κακό στο να μπαίνεις στον κινηματογράφο και απλά να διασκεδάζεις μ’ αυτό που βλέπεις, χωρίς να χρειάζεται η ανάβαση σε υψηλότερα θεωρητικά επίπεδα «για να καταλάβεις τι έλεγε η ταινία».

Μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα, το γέλιο ενός παράφρονος στο δρόμο και το ημίτρελο βλέμμα της σατανικής γριάς, αρκεί.

Αρκεί για ν’ «ανθίσει» από τον πυρήνα της γης ένα σηπόμενο χέρι και να γραπώσει τον θεατή από το λαιμό. Αρκεί για να προσπαθήσεις να ουρλιάξεις με όλη τη δύναμη τον πνευμόνων σου, όμως το μόνο που θα βγει από τα χείλη σου να είναι ξεψυχισμένοι συριγμοί. Αρκεί για να συρθείς με το πρόσωπο στον βούρκο της ένοχης απόλαυσης και να συνεχίσεις την κατάβασή σου μέχρι την πηγή των απόκοσμων, υστερικών ολολυγμών.

Αρκεί για να πας μέχρι…

Μέχρι την Κόλαση.