Παράδεισος και Κόλαση: Ο Γιον Στέφανσον σε μια άριστη μαρτυρία της φαντασίας του

Παράδεισος
Μια λεκτική ζωγραφιά της Ισλανδίας του τότε, του πριν, του μετά, του τώρα, του πάντα.

Η περίφραξη μιας ιστορίας με μια εντοπιότητα είναι ένα στοιχείο που διαμορφώνει το μέγεθος και το βάθος της. Αν ο αποδέκτης είναι κομμάτι αυτού του τόπου μπορεί να ενθουσιαστεί καθώς συναντά όλα εκείνα που διεμβόλισαν τις αναμνήσεις του. Όλα εκείνα που μέγεθυναν τα σκοτάδια και τα φώτα του. Μπορεί όμως και να σταθεί αδιάφορα για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Τα πάντα ανάγονται στην ικανότητα του αφηγητή. Αν ο αποδέκτης βρίσκεται έξω από αυτόν τον τόπο τότε ο πιο πιθανός δρόμος είναι να σαγηνευτεί από τις περιγραφές. Ιδίως αν ο τόπος αυτός βρίσκεται πολύ μακριά από τα δικά του λημέρια. Αυτό συμβαίνει με το Παράδεισος Και Κόλαση του Γιον Κάλμαρ Στέφανσον.

Δεν ξέρω τι πρόσληψη είχε ο Παράδεισος του Στέφανσον στην Ισλανδία, αλλά για έναν Έλληνα αποτελεί ένα storytelling μαγικό. Ρεαλιστικά μαγικό. Άλλωστε αυτό είναι και το άρμα μάχης του συγγραφέα. Ο μαγικός ρεαλισμός. Το βιβλίο που εκδόθηκε το 2010 και ήρθε προσφάτως σε ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, περιγράφει το δέσιμο των ανθρώπων με τα χούγια και τις παραδόσεις. Παραδόσεις όχι απ΄αυτές που εμφανίζονται σε επετείους και μη συχνές περιστάσεις. Παραδόσεις που αφορούν πως ορίζει και θεμελιώνει ο κάθε ένας την καθημερινότητα του, τον βιοπορισμό, την ίδια του τη ζωή.

Η Ισλανδία είναι μια χώρα που δημιουργεί τον πλούτο της στο νερό. Στη θάλασσα. Στα ψάρια. Το να μη γίνεις ψαράς έστω και ως δεύτερο επάγγελμα είναι σαν να σπας τους δεσμούς με το έδαφος. Σα να διαχωρίζεις τον εαυτό σου και να εξακοντίζεις τη φύση σου.

Ο Πιετούρ, ο Έιναρ, ο Μπάρδουρ, η Άντρεα, ο Άρνι, ο Γκβέντουρ και το παιδί είναι μια ομάδα ψαράδων. Κάθε που έρχεται η άνοιξη πιάνουν δουλειά με το δίχτυ. Μπαίνουν στη βάρδα τους, βγαίνουν στα ανοιχτά και ψαρεύουν πέρα από τα ψάρια την ίδια τους την ύπαρξη. Έξω από κει, από το νερό και τη βάρκα, είναι απλώς πότες, παθητικοί ζώντες και παραμυθάδες.  Για να σταθούν δυνατοί απέναντι στο κρύο των κυμάτων και του αέρα έχουν τις νιτσεράδες τους. Αδιάβροχες γούνες που δεν γνωρίζουν ήττα ούτε στους σκληρούς χειμώνες. Σε μια από τις ανοιχτές θαλάσσιες περιπλανήσεις τους ο Μπάρδουρ ξεχνάει τη νιτσεράδα του. Ακόμα και η άνοιξη σε τούτα τα νερά του Βόρειου Πόλου είναι ψυχοδιψής και ανθρωποφάγα.

Ο Μπάρδουρ νικιέται σύντομα από τον Τζον Μίλτον. Ο Απολεσθείς Παράδεισος του Άγγλου ποιητή. «Χωρίς εσένα τίποτα δεν έχει νοστιμάδα» ήταν οι τελευταίες κουβέντες του Μπάρδουρ στο παιδί. Λίγο πριν αποθέσει οριστικά την επιβίωση του. Το παιδί δεν έχει τίποτα άλλο μπροστά στα μάτια του. Μόνο τον Μπάρδουρ να πέφτει και να μένει ένα κομμάτι κατεψυγμένης ανθρώπινης ύλης. Ένας σκοπός του έχει μείνει να πάει λίγο παραπέρα στο ταξίδι της ζωής. Σκοπός που δεν είναι καν δικός τους.

Το αγόρι αποφασίζει ότι το τελευταίο πράγμα που θα κάνει είναι να πάει το ημερολόγιο του Μπάρδουρ στη γυναίκα που σκεφτόταν συνεχώς όσο ζούσε. Την Γκούδρουν. Στο ταξίδι των 2 ημερών μέχρι την κοιλάδα το παιδί θα δει τον δρόμο του να ξεστρατίζει. Αγκιστρώνεται στις ιστορίες των κατοίκων της κοιλάδας. Εκεί που ήθελε να πεθάνει ξάφνου συνειδητοποιεί ότι δεν πειράζει να ζήσει λίγο ακόμα. Κι ας είναι η ζωή αυτό που λέει ο Στέφανσον:

«Μήπως το φως της ζωής λιγοστεύει και γίνεται σκοτάδι μόλις πάψουμε ν΄απορούμε, ν΄αναρωτιόμαστε και να θεωρούμε τη ζωή μια κοινοτοπία;»

Η Ισλανδία του 20ου αιώνα είναι ένας Παράδεισος και μια Κόλαση. Δύο όψεις για τους ανθρώπους της. Μια μόνο όψη για όσους δεν την ζουν από μέσα. Άραγε να διαφέρει καθόλου αυτό σήμερα; Άραγε να διέφερε ποτέ; Δεν χρειάζονται απαντήσεις σε αυτό. Είναι αυτό που είναι. Και ο Στέφανσον δίνει μια εκδοχή του που σε φιλοξενεί στον κρατήρα της. Πιθανότατα να μη θελήσεις να φύγεις εύκολα…