λάθος

Την έχεις δίπλα σου. Κράμα Αθηνάς Ωνάση (στην τσέπη) με Λάουρα Νάργιες (σε όλα τα άλλα). Της αρέσει η μπάλα και τα βράδια κάθεται μαζί σου και παίζει pro, ενώ ποντάρει over 2,5 γκολ στη Γ’ Κατηγορία της Μποτσουάνα…

Στο σεξ καλύτερη και από δεξιά που μόλις έμαθε ότι η ΝΔ προηγείται των μπαχαλάκηδων με 15 μονάδες διαφορά. Δεν ζηλεύει, δεν σε πρήζει, δεν κατεβάζει το καπάκι στην τουαλέτα και δεν της αρέσει το «Μπρούσκο». Είναι η ιδανική γυναίκα.

Η μία και μοναδική, η απόλυτη φαντασίωση κάθε άνδρα…

Μέχρι την καταραμένη στιγμή που θα κάνει την απαγορευμένη κίνηση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Μια ώρα πριν, επειδή το βραδινό (2 μπρετζόλες με πατάτες και μια χωριάτικη) δεν σε έπιασε (η ζωή και οι πατάτες είναι ατμός) αποφασίζεις να πάρεις το 12κατιανό σου, παραγγέλνοντας μια μερίδα καλαμάκι χοιρινό, μισό κοτόπουλο σχάρας, μια πατάτες και μια μεγάλη κοακόλα λάιτ…

Πριν πάρεις τον συνέταιρο (το μισό σουβλατζίδικο του Βασίλη εσύ του το ‘χτισες) πας στην καλή σου και της λες: «Μωρό μου θα παραγγείλω. Μήπως θες κάτι;». «Όχι, δεν πεινάω» σου απαντάει και η μύτη της νικάει στο φώτο φίνις το γάντζο του Δημήτρη Παπαδόπουλου.

«Πάρε κάτι και ας μην το φας, να υπάρχει», της λες προσπαθώντας να καλύψεις τα νώτα της, αλλά η μοιχαλίδα είναι ανένδοτη: «Σου είπα, δεν θέλω. Δεν πεινάω, δεν πεινάω, δεν πεινάω». Αρχίζουν να σε ζώνουν τα φίδια.

35 λεπτά αργότερα ο ντελιβεράς φθάνει (άργησε γιατί δεν μπήκε στο αντίθετο ρεύμα και οι άλλοι οδηγοί εντυπωσιασμένοι τον σταμάτησαν να τον χειροκροτήσουν) και σου φέρνει την Παπαρήγα την καλή.

Σκίζεις τη σακούλα που καίει, την μυρίζεις και βάζεις τα κλάματα (όχι απ’ τη συγκίνηση, αλλά επειδή ο μαλάκας ο Βασίλης έκανε ναυτικό κόμπο, που δεν θα τον έλυνε ούτε ο Μαγκάιβερ).

Με τη βοήθεια του Χάρου (το ροτβάιλερ του γείτονα) η σακούλα ανοίγει και η μεγάλη στιγμή φτάνει. Νιώθεις όπως ο Σέρχιο Ράμος πριν σηκώσει το Τσάμπιονς Λιγκ.

Και ενώ ο ουρανίσκος σου ετοιμάζεται να συναντηθεί με το ζουμερό καλαμάκι σε σκηνή πάθους που μόνο η Χρυσηίδα Δημουλίδου θα μπορούσε να περιγράψει, συμβαίνει το μοιραίο. Βάζει χέρι στην πατάτα σου ρε φίλε (δεν είναι τόσο πρόστυχο, όσο διαβάστηκε).

kardia

Αρχίζει να μουδιάζει όλη σου η αριστερή πλευρά. Πας να ανασάνεις και δεν μπορείς, το μάτι σου πεταρίζει (άσχετο) ενώ έχεις γίνει πιο μπλε και απ’ τη στρουμφίτα. Όχι, δεν παθαίνεις έμφραγμα. Σου στάθηκε το καλαμάκι στο λαιμό και παραλίγο να συναντήσεις τον δημιουργό σου (νηστικός). «Τι έκανες εκεί; Τι έκανες εκεί;» προλαβαίνεις να πεις με ύφος Ζωής Κωνσταντοπούλου, όταν συνάντησε την Κοσιώνη…

«Μα μια πατατούλα πήρα μόνο», ψελλίζει το κακουργηματικά διωκόμενο μέλος της εγκληματικής οργάνωσης των νηστικών, πριν τη διορθώσεις: «Καταρχήν δεν πρόλαβες να πάρεις την πατατούλα. Αν προλάβαινες θα ‘κανες τώρα ελεύθερη πτώση απ’ τον έκτο χωρίς αλεξίπτωτο». «Μα πώς κάνεις έτσι για μια πατάτα;» σε ξαναρωτάει ο θηλυκός Νταβέλης.

Είναι η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η σχέση δεν έχει μέλλον. Παίρνεις το ύφος «Δεν σου αξίζω πρέπει να βρεις κάτι καλύτερο» και με ύφος Μανωλά όταν συνάντησε (στο ισόγειο του αγωνιστικού χώρου) τον Νινιάδη της τα κάνεις πενηνταράκια: «Το φαΐ δεν το μοιράζομαι με ΚΑ-ΝΕ-ΝΑΝ. Ούτε μισή πατάτα, Ούτε ένα τρίμα από την πίτα που έχουν μέσα τα καλαμάκια μου. Ούτε την στυμμένη λεμονόκουπα. Διάβασε ξανά τα χείλη μου: ΔΙ-ΚΟ ΜΟΥ. ΜΟΥ Α-ΝΗ-ΚΕΙ».

Είναι και οι τελευταίες λέξεις που ξεστομίζεις ενώ πακετάρεις τα πράγματά της και την συνοδεύεις στην πόρτα για να πάρει τον δρόμο που της πρέπει τον αγύριστο. Ο σωστός ο άντρας την απιστία στο φαΐ δεν την συγχωρεί ποτέ. ΠΟ-ΤΕ!