Τα 2 Ελληνόπουλα της Μασία που χάθηκαν στον δρόμο
Μπάλα

Τα 2 Ελληνόπουλα της Μασία που χάθηκαν στον δρόμο

Όλοι μιλούσαν γι’ αυτούς, αλλά τώρα παίζουν σε ομάδες β’ κατηγορίας.

Πριν από περίπου μία δεκαετία η Μπαρτσελόνα μεσουρανεί στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, στηριζόμενη κατά βάση σε δικά της παιδιά που προέρχονται από τα σπλάχνα της.

Την θρυλική Μασία, στην οποία εκείνη την εποχή βρίσκονται και δύο ελληνόπουλα που ονειρεύονται πως θα γίνουν διάδοχοι του Μέσι, του Τσάβι και του Ινιέστα.

Τα ελληνικά ΜΜΕ εστιάζουν στον Γιώργο Σπανουδάκη και τον Τζέιμς Ευμορφίδη. Ο πρώτος γεννημένος το 1998, ο δεύτερος -λίγο μεγαλύτερος- το 1996, είναι δύο από τους πιτσιρικάδες που βιώνουν την απόλυτη ποδοσφαιρική ευλογία. Εντάσσονται στις κορυφαίες Ακαδημίες του πλανήτη και αρχίζουν να μαθαίνουν τα μυστικά της μπάλας εκεί που παίζεται το παιχνίδι στην τελειότερη μορφή του.

Τα 2 Ελληνόπουλα της Μασία που χάθηκαν στον δρόμο

Οι χαρακτηρισμοί (και οι υπερβολές) δεν λείπουν στα αφιερώματα που ακολουθούν. Οι «Έλληνες Μέσι» είναι το πλέον κοινότοπο και μαρτυρά την δίψα να προέρχεται από την Ελλάδα το επόμενο μεγάλο αστέρι του χώρου.

Προφανώς και ο πήχης μπήκε πολύ ψηλά για αυτά τα δύο πιτσιρίκια. Όταν ως μέτρο σύγκρισης μπαίνει ο κορυφαίος των κορυφαίων της εποχής του κι ένας από τους σπουδαιότερους όλων των εποχών, δηλαδή ο Μέσι, ο καθένας είναι καταδικασμένος να αποτύχει.

Τα 2 Ελληνόπουλα της Μασία που χάθηκαν στον δρόμο

Πλέον ο Σπανουδάκης είναι 21 ετών, ενώ ο Ευμορφίδης έχει κλείσει τα 23. Κανένας από τους δύο δεν κατάφερε να κάνει το τεράστιο βήμα που χωρίζει την Μασία από την πρώτη ομάδα των «μπλαουγκράνα». Ακόμη κι έτσι, θα περίμενε κανείς με τέτοιο «βιογραφικό» να συνέχιζαν σε ένα υψηλό επίπεδο. Αν όχι σε εκείνο των Καταλανών, τουλάχιστον σε κάποια ανταγωνιστική ομάδα, σε κάποιο ποιοτικό πρωτάθλημα.

Ο Τζέιμς Ευμορφίδης ξεκίνησε να κλωτσά μπάλα το 2003, μπόμπιρας ακόμα, στην Ένωση Ερυθραίας και από εκεί ξεκίνησε ένα ταξίδι που τον πήγε σε μερικές από τις σημαντικότερες ποδοσφαιρικές Ακαδημίες του κόσμου. Στα 7 του σε εκείνες του Άγιαξ, τρία χρόνια αργότερα στην Ρεάλ Μαδρίτης και μετά από διάλειμμα ενός έτους στην ΑΕΚ, στην Μασία! Το 2008, στα 12 δηλαδή, φαντάζει ένα πολλά υποσχόμενο project, αναγκάζοντας τους ανθρώπους των «μπλαουγκράνα» να τον χαρακτηρίσουν ως έναν από τους καλύτερους μεσοεπιθετικούς της ηλικίας του.

Στα τρία χρόνια που μένει στην Βαρκελώνη δεν παίρνει αυτό που ζητά και αποφασίζει να επιστρέψει στο γνώριμο για αυτόν περιβάλλον της Ολλανδίας και στους Νέους του Άγιαξ, όπου μένει ως το 2015. Στα 19 του σταματά να θεωρείται ταλέντο, τουλάχιστον για τα δεδομένα των «οράνιε» και αναζητά επαγγελματική στέγη.

Μεταπηδά στην Άλκμααρ, με την οποία δεν κατορθώνει να φτάσει στην πρώτη ομάδα, επιστρέφει στην Ελλάδα για λογαριασμό της ΑΕΛ (με την οποία καταγράφει μόλις 2 συμμετοχές ως αλλαγή και συνολικά 31 αγωνιστικά λεπτά) και τελικά καταλήγει στην Αλμίρε Σίτι, με την οποία δεσμεύεται με συμβόλαιο μέχρι το καλοκαίρι του 2020.

Η περσινή σεζόν στην δεύτερη κατηγορία του ολλανδικού πρωταθλήματος καταγράφει 35 συμμετοχές με 9 γκολ, βοηθώντας την ομάδα του να κατακτήσει την 7η θέση. Στα 23 του δεν μπορεί να πει κανείς πως «έχασε το τραίνο», αλλά σίγουρα οι προσδοκίες που είχε δημιουργήσει ήταν πολύ υψηλότερες.

Η πορεία του Γιώργου Σπανουδάκη υπήρξε περίπου ανάλογη. Στα 6 του γράφτηκε στα «τσικό» της Χάσλοκ, στην πόλη της Γερμανίας όπου διέμενε με τους δικούς του. Την επόμενη χρονιά έκανε ένα βήμα ακόμη.

Στην Όπελ Ρούσενχάιμ, όπου τον ανακάλυψαν οι άνθρωποι της Άιντραχτ Φρανκφούρτης. Το ταλέντο του, όμως, είναι τέτοιο που σύντομα οδηγεί τους μεγαλύτερους συλλόγους της Ευρώπης στο δρόμο του.

Η Μπαρτσελόνα τους προλαβαίνει όλους και το 2009 του δίνει δικαίωμα στο όνειρο μέσω της Μασία. Ο «Giorgio», όπως τον φωνάζουν χαϊδευτικά αφήνει εξαιρετικές εντυπώσεις, και φορώντας την πιο «βαριά» φανέλα από όλες –εκείνη με το 10-προσπαθεί να δικαιώσει όσους πίστεψαν σε αυτόν.

Μετά από μια γεμάτη πενταετία στην Ισπανία, ο Σπανουδάκης αντιλαμβάνεται ότι ο ανταγωνισμός είναι έντονος και –όπως συνέβη με τον Ευμορφίδη και την Ολλανδία- έτσι κι αυτός επιστρέφει στον δικό του «οικείο» χώρο, που δεν είναι άλλος από την Γερμανία.

Στην Στουτγκάρδη μένει 4 χρόνια, αγωνιζόμενος στις «μικρές» ομάδες, κερδίζοντας με τις εμφανίσεις του κλήση στην εθνική Γερμανίας Κ-17 και στη συνέχεια γίνεται διεθνής με την Ελλάδα, σε επίπεδο της Κ-20.

Εκείνο που δεν κέρδισε ήταν μια θέση ανάμεσα στους «μεγάλους», γεγονός που το περασμένο καλοκαίρι τον οδήγησε στην απόφαση να αφήσει την Στουτγκάρδη και να υπογράψει τριετές συμβόλαιο στην Γκιμαράες. Την σεζόν που ολοκληρώνεται σε λίγες μέρες έπαιξε στην δεύτερη κατηγορία του πορτογαλικού πρωταθλήματος (με την β’ ομάδα της Γκιμαράες) ψάχνοντας ακόμη μια ευκαιρία για να παίξει σε υψηλότερο επίπεδο.

Όπως και στην περίπτωση του Ευμορφίδη, έτσι και σε εκείνη του Σπανουδάκη, η παρουσία σε διοργανώσεις δεύτερης κατηγορίας είναι κατώτερη του αναμενομένου και σίγουρα καθόλου ενδεικτική του ταλέντου τους και του θορύβου που δημιουργήθηκε γύρω από τα ονόματά τους…