Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ: Με τι κουράγιο συνεχίζει η καρδιά να υποστηρίζει μια ομάδα παραδομένη στο μάρκετινγκ;

Για όλους εμάς που γεννηθήκαμε και γαλουχηθήκαμε στο ποδόσφαιρο με πρώτες εικόνες τις ελληνικές ομάδες, τις ντόπιες, το δέσιμο με μια ομάδα του εξωτερικού δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Ήταν η επιλογή μας.

Οι περισσότεροι γίναμε Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΠΑΟΚ, ΑΕΚ γιατί ήταν κάποιος μεγαλύτερος γονιός και προσπάθησε να μας μυήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Όταν ήμασταν έτοιμοι να πάρουμε την απόφαση μας, δε μας πήγαινε η καρδιά, το συναίσθημα να αλλάξουμε ομάδα. Είχαμε επενδύσει χρόνια συναισθημάτων σε αυτή τη μία. Αυτή μας ένωνε και με τον πατέρα, τον παππού, τη μαμά ή όποιον μας είχε μυήσει.

Με τις ομάδες του εξωτερικού όμως δεν υπήρχε αυτό το ψηστήρι. Όλα μορφώνονταν και μορφώνονται ακόμα, υποθέτω, με τον  ίδιο τρόπο. Βλέπεις μια ομάδα για 1-2 χρόνια, αρχίζεις να ερωτεύεσαι παίχτες  της και αποφασίζεις να καταλήξεις σε αυτή ως μια έτερη, πιο διεθνή και πολυεθνική αγάπη.

Πριν από μια 10ετία και πιο πίσω, το δέσιμο με μια ομάδα του εξωτερικού μπολιαζόταν από κάτι. Είδαν για παράδειγμα πολλοί σημερινοί 25άρηδες τη Μπαρτσελόνα του Ροναλντίνιο και έγιναν Μπαρτσελόνα. Είδαν τη Μίλαν του Σεφτσένκο, του Ζέεντορφ, του Κακά και κόλλησαν με τους Ροσονέρι.

Από το 1999 κι έπειτα, άρχιζε να δυναμώνει το πάθος αρκετών στην Ελλάδα για μια ομάδα της Αγγλίας. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ και της γενιάς Μπέκαμ, αδελφών Νέβιλ, Νίκι Μπατ και φυσικά Γκιγκς, Σκόουλς και Ρόι Κιν είχε γίνει πρώτη δύναμη στο Νησί σε μια άλλη εντελώς εποχή. Σε αυτά τα 20 χρόνια υπήρξαν πολλά στάδια. Μέχρι το 2013 αυτά τα στάδια επαύξαναν αυτή την πίστη στους Κόκκινους Διαβόλους και το ταξίδι στο Μάντσεστερ για να μπουν στο Θέατρο των Ονείρων γινόταν ταξίδι ζωής.

Η αποχώρηση του Σερ Άλεξ προκάλεσε μια φθίνουσα πορεία. Μέχρι το φινάλε του Φαν Χάαλ, αυτή η φθίνουσα πορεία μπορούσε να ανατραπεί. Από κει και μετά μοιάζει με όχημα με σπασμένα φρένα. Η Γιουνάιτεντ, η διοίκηση της για την ακρίβεια, είχε να διαλέξει ανάμεσα στην διατήρηση του γιγάντιου brand της ομάδας μέσω του ποδοσφαίρου και των επιτευγμάτων και στην διατήρηση του μέσω του μάρκετινγκ.

Είναι πια ξεκάθαρο ότι έχουν επιλέξει το δεύτερο κι αυτό αποτελεί το πιο σκληρό χτύπημα για έναν φίλαθλο της Γιουνάιτεντ. Πολύ περισσότερο εκτός συνόρων, αφού για τους ντόπιους το συναίσθημα δε μπορεί να χτυπηθεί, ο ρομαντισμός δε μπορεί να νικηθεί.

Δεν είναι μια προσωπική αίσθηση αυτό που ισχυρίζεται το κείμενο. Όλα φανερώθηκαν όταν έγινε η μεταγραφή του Πογκμπά. Όλα φανερώνονται με κάθε κίνηση ενίσχυσης του έμψυχου δυναμικού σε αναντιστοιχία με την παραγωγική διαδικασία των φυτωρίων. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ έχει μετατραπεί σε ένα τονωτικό της φιλαυτίας νέων ποδοσφαιριστών που δεν έχουν κατακτήσει τίποτα στην καριέρα τους και σίγουρα δεν θα το κάνουν στη συνέχεια με αυτή την τακτική.

Ενώ όλα αυτά τα χρόνια κατηγορούσαμε τη συμπολίτισσα Σίτι ότι δε φτιάχνει ομάδα, αλλά αγοράζει ομάδα, εμείς, δηλαδή η κόκκινη πλευρά ήταν αυτή που δαπανούσε τα μεγαλύτερα ποσά σε έναν παίχτη. Η κόκκινη πλευρά ήταν που μπήκε με περίσσια αδιαφορία στο παιχνίδι του χρήματος που είναι το σημερινό ποδόσφαιρο. Αυτή η στρατηγική επιλογή την έχει κάνει σήμερα λιγότερο δυνατή από έναν Ραϊόλα.

Όλα τα μεγάλα ποδοσφαιρικά brands επέλεξαν να γίνουν μικρότερα από έναν ποδοσφαιριστή τους κι αυτό προκάλεσε την κατρακύλα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Ο Μέσι υπερέβη τη Μπαρτσελόνα. Ο Κριστιάνο υπερέβη τη Ρεάλ, αλλά θα αποδειχθεί ότι έξυπνα επιχείρησαν οι Μαδριλένοι να απεμπλακούν απ΄αυτή την μειονοτική εξίσωση. Η Γιουνάιτεντ αποδέχτηκε να υστερεί έναντι του Μουρίνιο και του Πογκμπά.

Όλες τους το αποδέχτηκαν με την συμπεριφορά τους. Η Μπαρτσελόνα σπαταλά τα τελευταία 4 χρόνια τρομερά ποσά και έχει κυρίως προπονητές-ανδρείκελα. Η Ρεάλ αποφάσισε φέτος να ξοδέψει πάλι μπόλικο χρήμα. Οι ομάδες δεν είναι πια οι παίχτες, αλλά ο παίχτης ή οι φανέλες που θα πουλήσει αυτός ο παίχτης.

Σε ένα πρωτάθλημα όπου 6 ομάδες μάχονται για το πρωτάθλημα ή έστω για τις 4 θέσεις του Τσάμπιονς Λιγκ, είναι δύσκολο να παίρνεις πρωτάθλημα συχνά. Έστω μια φορά την τριετία. Για τη Γιουνάιτεντ ακόμα κι αυτή η συχνότητα είναι ουτοπική για την επόμενη 5ετία τουλάχιστον.

Μόνη αχτίδα φωτός ο Σόλσκιερ. Μπορεί προπονητικά να αποτύχει οικτρά. Μπορεί να μην επιδείξει κάποια κατάκτηση τίτλου. Αν όμως στο τέλος της θητείας του έχει αποβάλλει αυτή την υποδούλωση της ομάδας στο μάρκετινγκ, θα έχει ανοίξει δρόμο για πιο φωτεινές μέρες στο βροχερό Μάντσεστερ.

Απίθανο όσο δεν πάει. Ίσως κι ανέφικτο. Αλλά είναι πια η μόνη ουσιαστική ελπίδα για να περιμένει ένας εκτός των συνόρων οπαδός της Γιουνάιτεντ. Σίγουρα η αγάπη για μια ομάδα δε γεννιέται με τους τίτλους. Δε γεννιέται μόνο με αυτούς. Θέλει όμως και τέτοιους κάποιες φορές  για να τροφοδοτηθεί. Θέλει ένα ρομαντικό αφήγημα στην τελική.

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δεν έχει κανένα τέτοιο. Ακόμα και όσοι τη μισούσαν φανατικά, εκλείπουν. Πώς να μισήσεις μια ομάδα που ξέρεις ότι δε μπορεί να σε κοντράρει; Κι αυτό είναι που πονάει περισσότερο…