Μια καλή άμυνα αντιμετωπίζει τον Γιάννη, η καλύτερη άμυνα δεν αντιμετωπίζει τον Μπογκντάνοβιτς

Αν καταφέρουμε να βγούμε από τη θέση του Έλληνα και επιχειρήσουμε να δούμε τα πράγματα λίγο πιο αντικειμενικά, θα δούμε ότι ο λόγος που ο Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι MVP αφορά στο ότι είναι τρομακτικά καλός σε πολλές κατηγορίες του παιχνιδιού.

Σε μία όμως δεν είναι τρομακτικά καλός. Είναι απλά καλός. Κι αυτή είναι το σκοράρισμα. Αυτό δεν γράφεται με δείγμα τα δύο ματς στο Παγκόσμιο όπου έπαιξε λίγο στο πρώτο και πήρε λίγα σουτ στο δεύτερο. Γράφεται ως μια γενικότερη ανάγνωση της ως τώρα πορείας του. Αν αυτή έχει τεράστιο potential και εξελιχθεί και σε αυτό το στοιχείο στο μέλλον, είναι κάτι που κανείς δεν γνωρίζει. Σίγουρα ο ίδιος έχει την διάθεση να εκτοξευτεί και σε αυτό.

Στο NBA τα προσόντα του είναι τέτοια που ταιριάζουν με το στυλ παιχνιδιού και αναδεικνύονται τα καλά του περισσότερο και περισσότερες φορές από τα μείον του. Στην Ευρώπη όμως δεν είναι έτσι. Στην Ευρώπη μια καλή άμυνα μπορεί να κρατήσει τον Γιάννη σε χαμηλά νούμερα. Ειδικά σε μια ομάδα που δεν έχει έναν σκόρερ της προκοπής. Έναν σκόρερ και σουτέρ.

Κι αυτό είναι το δομικό πρόβλημα του ελληνικού μπάσκετ. Ο Σλούκας για παράδειγμα δεν είναι σουτέρ κι είναι μετά βίας σκόρερ. Τελευταίος σκόρερ είναι ο Σπανούλης και μετά το τέλος του το χάος. Γιατί συμβαίνει αυτό; Μα γιατί έχουμε φαγωθεί με την άμυνα. Και στο ματς με το Μαυροβούνιο αυτή εκθειάζαμε. Μια άμυνα που δεν ήταν τόσο γρανιτένια όσο παρουσιάζεται. Περισσότερο άστοχοι ήταν οι αντίπαλοι.

Καλό είναι να έχεις ένα σκιάχτρο στην άμυνα όπως ο Αντετοκούνμπο και να ξέρεις ότι θα οδηγεί τους αντιπάλους σε μεγαλύτερη καμπύλη ή περισσότερη σκέψη στην πάσα και την γωνία της, αλλά όσο και να κόβεις πίσω, αν μπροστά δεν υπάρχει ένας να βάλει τη μπάλα στο καλάθι στο 5 εναντίον 5, τότε κάποια στιγμή θα φύγει κι η άμυνα. Συγκοινωνούντα δοχεία είναι. Η διάθεση στην άμυνα ατονεί όταν μπροστά δεν μπαίνει το καλάθι.

Ας δούμε για παράδειγμα τη Σερβία. Πέρα από όλους τους παιχταράδες που έχει, υπάρχει ένας ξεχωριστός. Ένας αυτόφωτος που δεν τον νοιάζει τίποτα. Ο Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς είναι σκόρερ και σουτέρ. Η καλύτερη άμυνα του κόσμου να παιχτεί πάνω του, δεν είναι πάνω από 50-50 οι πιθανότητες να μην βάλει καλάθι. Φανταστείτε όταν δεν αντιμετωπίζει την καλύτερη άμυνα.

Στο ματς με την Ιταλία έβαλε 31 πόντους και γενικώς οι μέσοι όροι του στο τουρνουά τρομάζουν. 25 πόντοι με ποσοστό στα τρίποντα κοντά στο 65%. Μιλάμε για απίστευτο ποσοστό. Αυτοί οι αριθμοί δεν μειώνονται από καμία άμυνα. Μειώνονται μόνο από την κακή μέρα του ίδιου του παίχτη. Του παιχταρά Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς.

Θα αντιτείνει κάποιος «αφού ο Μπογκντάνοβιτς είναι τόσο παιχταράς, γιατί δεν έγινε MVP στο NBA ή δεν πήγε έστω η ομάδα του στους τελικούς;». Πολλά παίζουν ρόλο. Όπως το ότι δεν έχει τα σωματικά προσόντα του Γιάννη άρα δε μπορεί να αποτελέσει τη φιγούρα που θα επικεντρωθεί το μάρκετινγκ της ομάδας, δεν ταιριάζει οπτικά για να γίνει ο απόλυτος ηγέτης. Άρα αυτό μειώνει και τη θέση του. Επίσης, υπάρχουν αρκετοί σαν τον Μπόγκνταν στο ΝΒΑ. Σκόρερ και σουτέρ. Λίγοι σαν τον Γιάννη.

Είναι αυτή η προοπτική που λέμε. Ο Μπόγκνταν δε μπορεί να εξελίξει την αμυντική του αποτελεσματικότητα ή το άλμα του ή τον όγκο του. Ο Γιάννης τα έχει αυτά στο τέρμα και του μένει να στρώσει κάτι που στρώνεται.

Άλλος πλανήτης εκεί. Το ξέρουμε και το ξέρετε. Στον δικό μας πλανήτη ο Μπόγκνταν είναι ένας τρομερός παίχτης που αν δεν έφευγε ποτέ για το ΝΒΑ, η Φενέρμπαχτσε θα είχε πάρει άλλες 2 φορές την Ευρωλίγκα και θα είχε φτιάξει στατιστικά 10άδας σε όλες τις κατηγορίες της Ευρωλίγκας.

Αν πρέπει λοιπόν να διαλέξω ανάμεσα στους δύο, θα διαλέξω τον Μπόγκνταν. Ή, ακόμα καλύτερα, έναν Γιάννη που να βάζει τη ρημάδα στο καλάθι από μέση και μακρινή απόσταση. Όχι μόνο με eurostep. Αυτό θα χρειαστεί το ελληνικό μπάσκετ στην επόμενη του μέρα. Να παράξει έναν Μπόγκνταν για να φανεί η αξία του Γιάννη στον ευρωπαϊκό τρόπο παιχνιδιού όταν θα έρχεται τα καλοκαίρια να παίξει στην Εθνική.