Μήπως τσάμπα ταλαιπωρούμε τον Γιάννη;

Η επιθετική παραγωγικότητα των 69 πόντων θα ήταν ένας πολύ καλός λόγος να γίνει περίγελος η Team USA από τα αμερικανικά Μ.Μ.Ε., μετά το σημερινό ματς.

Τέτοιο επιθετικό χάλι δεν έχει «καταγραφεί» ξανά από το ‘92 που μπήκαν οι NBAers στην «εξίσωση» των μεγάλων διοργανώσεων (το ’98 στην Αθήνα έβαλαν 64 στον ημιτελικό με τη Ρωσία, αλλά επρόκειτο για κολεγιόπαιδα εξαιτίας του lock out). Αν δεν το αντιληφθήκατε, εκτός από την Εθνική μας, τα έσπασαν και οι Αμερικανοί, με 47% στο δίποντο (17/36) και 23% στο τρίποντο (7/30).

Ωστόσο, οι 53 δικοί μας πόντοι και το άνετο +16 εξασφάλισαν λίγες ακόμα ημέρες… ηρεμίας για την ομάδα του Γκρεγκ Πόποβιτς. Έως ότου έρθει δηλαδή η (δεδομένη) κατραπακιά από την εξόφθαλμα κορυφαία ομάδα του Μουντομπάσκετ, τη μεγάλη των πλάβι σχολή.

Οι προσδοκίες για το impact του Γιάννη Αντετοκούνμπο στην Εθνική έχουν διαψευστεί παταγωδώς. Για την ακρίβεια, μάλλον τσάμπα τον… ταλαιπωρούμε καλοκαιριάτικα και τον υποβάλλουμε σε έξτρα καταπόνηση (την ώρα που οι υπόλοιποι top NBAers γεμίζουν μπαταρίες απολαμβάνοντας τις διακοπές τους), από τη στιγμή που αδυνατούμε να αξιοποιήσουμε το πλεονέκτημα που -τουλάχιστον στα χαρτιά- εξασφαλίζει η παρουσία του στο παρκέ.

Ποιο είναι αυτό; Ασφαλώς το σουτ υπό καλές προϋποθέσεις από την περιφέρεια, καθώς τα διαρκή ντουμπλαρίσματα πάνω του προσφέρουν τη δυνατότητα να αναζητηθεί ο ελεύθερος παίκτης, είτε με απευθείας πάσα, είτε μέσω ενός καλού play.

Το πιο προβλέψιμο πράγμα σε αυτό το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ήταν ότι καμία αντίπαλος της Εθνικής δεν θα επέτρεπε στον Γιάννη να εμπλακεί με μια στοιχειώδη έστω συχνότητα σε καταστάσεις ένας με έναν. Σε δεύτερο πιο… προβλέψιμο εξελίσσεται η αδυναμία της Εθνικής να εκμεταλλευτεί την προσαρμογή της αντίπαλης άμυνας πάνω στον Έλληνα σούπερ σταρ.

Αν και στους Μιλγουόκι Μπακς οι συμπαίκτες του είχαν ανάλογη αδυναμία στο μακρινό σουτ, ο τίτλος του MVP δεν θα είχε καταλήξει στα δικά του χέρια. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που ο Μάικ Μπουντενχόλζερ «φόρτωσε» την ομάδα με μια πλειάδα εξαιρετικών σουτέρ (Ιλιασόβα, Μίντλετον, Μπρόγκντον, Λόπες), μεταμορφώντας την σε διεκδικήτρια του δαχτυλιδιού.

Στην Εθνική αυτή η συνθήκη βγάζει μάτια διά της απουσίας της. Σε βαθμό που να αναρωτιέσαι αν στη συγκεκριμένη ομάδα θα ήταν πιο χρήσιμος ο Ντούσαν Σάκοτα ή ο Κώστας Βασιλειάδης (ο Μάικ Μπράμος ζήτησε αυτοβούλως εξαίρεση λόγω προβλήματος στο πέλμα), στη θέση ενός από τα αθλητικά «τριάρια», δηλαδή των Παπανικολάου, Παπαπέτρου και Θανάση, που απέναντι στην άμυνα των ΗΠΑ στάθηκε αδύνατο να απειλήσουν, ολοκληρώνοντας αθροιστικά με 3/15 σουτ.

Η Εθνική είχε 7/27 τρίποντα και 14/39 δίποντα, ενώ η αδυναμία να πλησιάσει στο αντίπαλο καλάθι και να βγάλει επιθέσεις είτε με post παιχνίδι (είτε με διεισδύσεις του Νικ Καλάθη) την περιόρισαν σε μόλις 10 κερδισμένες βολές (από τις οποίες ευστόχησε μόνο στις 4).

Τα τρία από τα εφτά τρίποντα τα έβαλε ο μοναδικός αξιόπιστος σουτέρ, ο Κώστας Σλούκας. Ίσως σε αυτό το παιχνίδι ο Θανάσης Σκουρτόπουλος έπρεπε να αφήσει περισσότερο από 6:22’ στο παρκέ τον Βαγγέλη Μάντζαρη, που (όσο περίεργο κι αν ακούγεται) είναι ο καλύτερος spot shooter αυτής της ομάδας και στην καλή του μέρα μπορεί να τιμωρήσει την αντίπαλη άμυνα αν αφεθεί αλεπάλληλα αμαρκάριστος. Στη μία και μοναδική προσπάθεια που επιχείρησε από τα 6,75 μ. βρήκε στόχο και έπρεπε να δοκιμαστεί νωρίτερα ένα σχήμα με τον Γιάννη και αυτόν στην πεντάδα.

Οι Αμερικανοί πήραν 10 παραπάνω πόντους από ελεύθερες βολές και έξι από σουτ δύο πόντων, καθώς τους ήταν πολύ πιο εύκολο να βγάλουν συνεργασίες και να πατήσουν στο ζωγραφιστό. Αν δεν έκαναν τέτοια κατάχρηση σε σουτ τριών πόντων, το παιχνίδι δεν θα ήταν πιθανότατα ντέρμπι ούτε στο πρώτο δεκάλεπτο.

Η Εθνική ήταν ασυνεπής και στο τρίτο κατά σειρά ραντεβού της στην Κίνα –οι 97 πόντοι παθητικό κόντρα στη Νέα Ζηλανδία ήταν το πιο τρανταχτό δείγμα αυτής της ασυνέπειας– και μολονότι η διαφορά των 12 πόντων κόντρα στους Τσέχους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απαγορευτική, ο μοναδικός τρόπος πρόκρισης που διαφαίνεται στον ορίζοντα είναι να ανοίξουν οι… ουρανοί από τη γραμμή του τριπόντου.