Μεταγραφή Final 4...

«Θυμόμαστε με νοσταλγία και σεβασμό» ήταν το μήνυμα των παικτών της Φενέρμπαχτσε, οι οποίοι μπήκαν στο γήπεδο κρατώντας ένα πανό με αφορμή την συμπλήρωση 81 ετών από τον θάνατο του Κεμάλ Ατατούρκ. Του «πατέρα», όπως υποδηλώνει και το όνομά του άλλωστε, των Τούρκων και ιδρυτή του σημερινού κράτους με την σύγχρονη μορφή του.

Ο Κώστας Σλούκας γνώριζε εκ των προτέρων πολύ καλά τι θα ακολουθούσε μετά την δεδομένα συνειδητή επιλογή του να μην το αγγίξει. Προφανώς ήξερε για ποιον λόγο οι συμπαίκτες του εμφανίστηκαν έτσι στο παρκέ και είναι βέβαιο ότι φρόντισε να ενημερωθεί και για το περιεχόμενο του μηνύματος. Και στον λίγο χρόνο που είχε στη διάθεσή του να σκεφτεί, αποφάσισε να απέχει ή καλύτερα να μην συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν την κίνηση, απαντώντας με τον δικό του συμβολισμό.

Ο αθλητής Κώστας Σλούκας δέχτηκε διαδικτυακή επίθεση από Τούρκους. Όχι απαραίτητα οπαδούς ή φίλους του μπάσκετ, αλλά Τούρκους γενικότερα. Όπως, αντίστοιχα θα είχε συμβεί αν οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί και το περιστατικό αφορούσε κάποιον αθλητή από την γειτονική χώρα, εάν είχε βρεθεί σε θέση αντίστοιχη του Έλληνα διεθνούς. Ακόμη και τα σχόλια του τύπου «έχεις φάει ψωμί εδώ και δεν το σέβεσαι» είναι σχεδόν ταυτόσημα με εκείνα που θα είχαν γραφεί και στα μέρη μας.

Όσο για τα άλλα, τα ακραία, με ευθείες αναφορές στη σφαγή της Σμύρνης και την Μικρασιατική καταστροφή, κι αυτά επόμενα ήταν. Σίγουρα και ο ίδιος τα περίμενε και ήταν προετοιμασμένος για αντιδράσεις που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια και θα ήταν σαφώς δυσανάλογες του γεγονότος.

Ομολογουμένως αρκετά όμοια θα ήταν η κατάσταση εάν τα πράγματα είχαν πάρει μια διαφορετική τροπή. Εάν, δηλαδή, ο παίκτης της Φενέρμπαχτσε κουβαλούσε ή απλά ακουμπούσε το εν λόγω πανό με το συγκεκριμένο μήνυμα.

Είναι πιθανό οι αντιδράσεις σε μία τέτοια περίπτωση, από τους Έλληνες αυτή τη φορά, να ήταν αντίστοιχες και να διαβάζαμε για «προδοσίες» από συμπατριώτες μας που όπως οι Τούρκοι ζητούν την αποπομπή του από την ομάδα, έτσι και ο δικός μας «λαός» θα απαιτούσε να «τελειώσει» από την Εθνική. Θα έκριναν, δηλαδή, πως η ενέργειά του θα ήταν τέτοια που θα επέβαλλε να του αφαιρεθεί το δικαίωμα να φέρει το εθνόσημο.

Θα συνιστούσε προδοσία, λοιπόν; Φυσικά, όχι. Όπως δεν συνιστά προσβολή για την Τουρκία ή επιλογή του. Το timing ήταν τέτοιο που μεγαλοποίησε τις καταστάσεις. Λίγες μέρες μετά την τουρκική εισβολή στη Συρία, λίγες μέρες μετά τους στρατιωτικούς χαιρετισμούς αθλητών που έφεραν αντιδράσεις και οδήγησαν κάποιους εξ αυτών εκτός των ομάδων τους.

Όπως συχνά συμβαίνει με την Τουρκία, υπήρξε η «ανάγκη» για άμεση απάντηση σε πρώτη ευκαιρία και η υπόθεση Σλούκα αποδείχτηκε ιδανικό άλλοθι για να εξισωθούν γεγονότα τα οποία όμως έχουν εντελώς διαφορετική βαρύτητα και αντίκτυπο.

Το ερώτημα είναι ένα. Έχει το δικαίωμα ο Κώστας Σλούκας και ο κάθε Σλούκας να μην «θυμάται με νοσταλγία και σεβασμό» τον Κεμάλ; Έχει, έστω, το δικαίωμα να σέβεται μεν τον κορυφαίο πολιτικό και στρατιωτικό άνδρα της σύγχρονης Τουρκίας, αλλά να διαφωνεί στο κομμάτι της νοσταλγίας; Έχει, σε τελική ανάλυση, το δικαίωμα ένας οποιοσδήποτε αθλητής να μην ταυτίζεται με το περιεχόμενο ενός πανό και να κρατά αποστάσεις;

Η απάντηση είναι «ναι».  Ο διεθνής γκαρντ μπορεί να μην θυμάται με νοσταλγία τον Κεμάλ, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι κατεργάζεται διάφορα σχέδια για να πάρουμε την Πόλη, ούτε πως χρησιμοποιεί το διάστημα της παρουσίας του στην χώρα για να οργανώσει κάποιο… κίνημα ανατροπής του Ερντογάν και κατάληψης των παραλίων της Μικράς Ασίας.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν εκφράζει τη στάση του χωρίς στην πραγματικότητα να προσβάλει κανέναν. Δεν έκανε κάποια κίνηση που να μαρτυρά ασέβεια, δεν προφασίστηκε κάποια αιτιολογία που θα τον κρατούσε στα αποδυτήρια και θα του εξασφάλιζε ένα ανώδυνο «non show».

Στάθηκε με σεμνότητα και δίχως διάθεση για αντιπαράθεση, χωρίς την επιθυμία να ανέβουν οι τόνοι ή να… τεντώσει εθνικιστικά το θέμα. Και, ναι, κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να διατυπώνει με τέτοιους μη προκλητικούς τρόπους τις ενστάσεις και τις διαφωνίες του. Ακόμη κι ένας αθλητής που «έχει φάει ψωμί» οπουδήποτε. Για την ακρίβεια, ειδικά ένας αθλητής, οφείλει να το κάνει με τρόπο σαφή και πάντα μέσα στα όρια που καθορίζει ο ρόλος του.