Ποιον παίκτη του Ολυμπιακού θα έπαιρνες στον ΠΑΟ και ποιον του «Τριφυλλιού» θα έφερνες στους «Κόκκινους»;

Είναι περίεργο σκηνικό, μα την αλήθεια. Ορίστε, δείτε και μόνοι σας: ένας οπαδός του Παναθηναϊκού κι ένας του Ολυμπιακού περπατάνε δίπλα- δίπλα σ’ ένα ερημικό γήπεδο μπάσκετ.

Αυτό αρκεί από μόνο του για να χαρακτηριστεί η σκηνή περίεργη- η γαλανόλευκη λογική επιτάσσει αυτοί οι δύο να βρίσκονται δίπλα- δίπλα μονάχα άμα μιλάμε για κρεβάτια στο ΚΑΤ-, όμως υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι εκεί, στο ύψος των προσωπικών βολών- το βλέπετε, δεν το βλέπετε;

Μολονότι βγάζει μάτι, οι δυο τους είναι τόσο απορροφημένοι από τη συζήτησή τους που δεν το παίρνουν χαμπάρι, παρά μονάχα όταν πέφτουν πάνω του.

«Διάολε, τι είναι αυτό;», αναρωτιέται φωναχτά ο ένας παίρνοντας στα χέρια του το λυχνάρι.

Ποιον παίκτη του Ολυμπιακού θα έπαιρνες στον ΠΑΟ και ποιον του «Τριφυλλιού» θα έφερνες στους «Κόκκινους»;

«Άρχισε να το τρίβεις», τον παροτρύνει για πλάκα ο άλλος, όμως όταν μετά από λίγα δεύτερα εμφανίζεται ένα Τζίνι κανείς εκ των δύο δε γελά.

«Λοιπόν, επειδή είμαι Τζίνι μεγαλωμένο με ΠΑΣΟΚ και σήμερα είναι ημιαργία, ξεχάστε τις 3 ευχές. Έχετε από μία ο καθένας και πολύ σας είναι. Και, μάλιστα, μία πολύ συγκεκριμένη: αν μπορούσατε να πάρετε ο ένας από την ομάδα του άλλου έναν μονάχα παίχτη, ποιος θα ήταν αυτός; Πείτε το όνομα και το γιατί θα τον επιλέγατε και θα πραγματοποιήσω την επιθυμία σας», ενημερώνει το άυλο πλάσμα.

Ο φίλαθλος του Παναθηναϊκού κοιτάζει αυτόν του Ολυμπιακού και- μ’ ένα κράμα περιέργειας κι ενθουσιασμού στη φωνή του- αρχίζει να λέει:

«Θα ήθελα στον Παναθηναϊκό τον Βασίλη Σπανούλη»

Ποιον παίκτη του Ολυμπιακού θα έπαιρνες στον ΠΑΟ και ποιον του «Τριφυλλιού» θα έφερνες στους «Κόκκινους»;

«Εντάξει, ξέρω, το βλέπω στα μάτια σας: με περνάτε για παράφρονα. Πώς είναι δυνατόν να θέλω πίσω στην ομάδα μου αυτόν που έκανε την ακριβώς αντίθετη διαδρομή πριν από μια 7ετία και θεωρείται κάτι σαν μπασκετικός Αρτέμης Μάτσας από τους συνοπαδούς μου- έτσι δεν είναι;

Όμως, ελάτε τώρα. Εδώ μιλάμε με καθαρά αγωνιστικά κριτήρια. Καταλαβαίνω πως η λογική λέει ότι είναι παράλογο να επιλέγεις έναν αθλητή που βαδίζει στο 35ο έτος της ηλικίας του, όμως, που να πάρει, εδώ μιλάμε για τον Σπανούλη. Έναν από τους 20 κορυφαίους Ευρωπαίους παίχτες όλων των εποχών.

Ο Παναθηναϊκός, όπως αποδείχτηκε περίτρανα και στο χθεσινό ματς με την Εφές, έχει χάσει τον επιθετικό του προσανατολισμό και δεν ξέρει τι ακριβώς στυλ μπάσκετ θέλει να παίξει. Θέλει να τρέχει και απλά να πατάει φρένο όταν μπαίνει ο Μπουρούσης, θέλει να προσπαθήσει να κρατάει «ζεστούς» τους Ρίβερς, Τζεντίλε, Τζέιμς ευελπιστώντας πως θα «τραβήξουν» μέχρι τέλους, θέλει ν’ ανοίξει τελείως το rotation του στην προσπάθεια να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι, θέλει να το κάνει run ‘n gun ή προτιμάει το σετ παιχνίδι;

Επίσης, είναι πασιφανές πως στα κρίσιμα σημεία ενός αγώνα το «Τριφύλλι» κολλάει άσχημα, καθώς δεν έχει αυτό που μικροί λέγαμε (όσοι εξ ημών μεγαλώσαμε στο Μπρονξ, τουλάχιστον) “go to guy”- αυτόν, δηλαδή, που θα πάρει την μπάλα όταν η θερμοκρασία της προσεγγίζει την αντίστοιχη της επιφάνειας του ηλίου και θα τη βάλει στο καλάθι.

Με τον Σπανούλη, όμως, αυτό θ’ άλλαζε άρδην. Νομίζω δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως εδώ και πολλά χρόνια ο Βασίλης είναι ο καλύτερος “closer” (ο τύπος που «τελειώνει» τα ματς όταν το ρολόι προσεγγίζει το μηδέν) της Euroleague και εικόνες όπως αυτές του τελευταίου δίλεπτου της κανονικής διάρκειας με την Εφές χθες- όπου ο, κακώς εννοούμενος, αυτοσχεδιασμός βρισκόταν στα καλύτερά του- θ’ αποτελούσαν μακρινό παρελθόν.

Επίσης, η έλευση Σπανούλη θα λειτουργούσε σαν μια τεράστια ψυχολογική ένεση για την ομάδα, την οποία ο Παναθηναϊκός έχει τόσο πολύ ανάγκη. Ο Πασκουάλ ναι μεν αρχικά φάνηκε να γεμίζει μ’ αισιοδοξία τα πνευμόνια του συνόλου, όμως μετά την ήττα από τον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ ο προβληματισμός ανέβηκε σ’ ένα σύννεφο και κατοικοεδρεύει, πλέον, στο ΟΑΚΑ.

Με τον Βασίλη θα είχαμε τον στιβαρό ηγέτη που δίπλα στον (συγκλονιστικό φέτος, κι ας είναι σε κακό φεγγάρι εσχάτως) Καλάθη θα έκανε εκ νέου πράσινους παπάδες.

Το να τρυπήσουμε και πάλι τον ουρανό θα μετατρεπόταν αυτοστιγμεί από άπιαστο όνειρο σ’ εφικτή πραγματικότητα.

Ω, ναι, το παραδέχομαι: θα ήθελα και πάλι να δω τον Σπανούλη με το Τριφύλλι στο στήθος…»

«Θα ήθελα στον Ολυμπιακό τον Γιάννη Μπουρούση»

Ποιον παίκτη του Ολυμπιακού θα έπαιρνες στον ΠΑΟ και ποιον του «Τριφυλλιού» θα έφερνες στους «Κόκκινους»;

«Σειρά μου, σωστά;», είπε ο έτερος φίλαθλος και μόλις το Τζίνι ένευσε, πήρε φόρα: «Ξέρω πως στη θεωρία το μεγαλύτερο πρόβλημα της ομάδας μου είναι στη θέση «4»- εκεί που μετά τον Πρίντεζη υποτίθεται ότι… πονάω-, όμως η πράξη είναι εντελώς διαφορετική. Ο Παπαπέτρου όταν «κατεβαίνει» από το 3 μια χαρά μπορεί να κάνει τη δουλειά, το ίδιο και ο Αγραβάνης, ενώ σε πεντάδες ειδικών συνθηκών μπορούν να παίξουν για λίγο εκεί και ο (ανεβασμένος φέτος) Παπανικολάου με τον Λοτζέσκι.

Το απρόοπτο με τον σοβαρό τραυματισμό του Χάκετ καλύφθηκε μερικώς (με την ελπίδα να γίνει «επαρκώς») από τον Ουότερς και τις «αλχημείες» του Σφαιρόπουλου στην περιφέρεια με τους Μάντζαρη- Σπανούλη- Γκριν να βρίσκονται ακόμα και ταυτόχρονα στο παρκέ, επομένως…

Επομένως θέλω έναν παίχτη που να ταιριάζει στο αυστηρά οριοθετημένο πλαίσιο του μπάσκετ που παίζει ο Ολυμπιακός: σκληρή, «σφιχτή» άμυνα, ελεγχόμενο παιχνίδι μπροστά με αρκετά pick & roll είτε στην κορυφή είτε στα πλάγια του ψηλού με τον Σπανούλη, προτίμηση στο «5 εναντίον 5» και τρέχουμε όποτε βρούμε ανοιχτό διάδρομο.

Γι’ αυτό, θα ήθελα να επιστρέψει ο Γιάννης Μπουρούσης- παραβλέποντας, φυσικά, τις όποιες αντιδράσεις και το γεγονός πως θα πρέπει να κάνει, σαν τραινάκι του λούνα- παρκ, τη διαδρομή «αγαπημένος της εξέδρας- μισητός εχθρός- αγαπημένος της εξέδρας».

Ο Γιάννης ταιριάζει περισσότερο στον Ολυμπιακό απ’ ό,τι στον Παναθηναϊκό (εκεί που, εμφανέστατα πια, είναι αρκετά μπερδεμένος) και δεν τίθεται καν θέμα σύγκρισης με τον Μιλουτίνοφ, τον οποίο θα «θυσιάσουμε» για να παίξει ο Μπουρούσης.

Ο Έλληνας σέντερ θα είναι το μοναδικό σημείο αναφοράς στη ρακέτα μας όταν θα παίζει, πράγμα που θα του δώσει τη δυνατότητα να επιστρέψει εκ νέου στα περσινά, δυσθεώρητα ύψη των εμφανίσεών του με την Λαμποράλ, ενώ έχοντας «ακροβολισμένους» τους Λοτζέσκι και Γκριν θ’ αρχίσει να μοιράζει αφειδώς ασίστ όταν πέφτει το double team πάνω του.

Ok, το καταλαβαίνω: λογικά μπορώ να πάρω τον Γκιστ για να πλαισιώσει τον Πρίντεζη και να γίνω πανίσχυρος στους πάουερ φόργουορντ, όμως ο Γκιστ αυτή τη στιγμή είναι τραυματίας κι εσύ είπες πως θα μας φέρεις άμεσα έναν παίχτη, σωστά;

Γι’ αυτό, λοιπόν, θέλω τον Γιάννη Μπουρούση εκ νέου στα κόκκινα. Μ’ αυτόν στη σύνθεσή μας, θα παραμείνουμε το απόλυτο underdog του Final 4, όμως θα αισθανόμαστε πολύ καλύτερα όταν θα βγαίνει ο Μπιρτς από την 5άδα.

Θα ξεκινήσουμε με τα μαύρα στη σκακιέρα, όμως ποιος είπε ότι τα μαύρα δεν μπορούν να κάνουν ματ;»

Ποιον παίκτη του Ολυμπιακού θα έπαιρνες στον ΠΑΟ και ποιον του «Τριφυλλιού» θα έφερνες στους «Κόκκινους»;

«Έι!», παρενέβη το Τζίνι, «αυτό που ζητάτε είναι extreme makeover. Εγώ είχα πιο πολύ στο νου μου μια «τράμπα» του στυλ Τολιόπουλος στον Παναθηναϊκό και Καλαϊτζάκης στον Ολυμπιακό».

Οι δύο οπαδοί έμειναν αποσβολωμένοι να κοιτάζονται μεταξύ τους- μα, τι στο καλό έλεγε αυτός ο τύπος;

«Ξέρετε, τώρα που το σκέφτομαι… Μια χαρά είναι οι ομάδες σας. Και του ενός και του άλλου. Δε χρειάζεστε αλλαγές. Πίστη στο πλάνο χρειάζεται, υπομονή και στήριξη στην ομάδα. Το τέλος του δρόμου απέχει, ακόμη, αρκετά. Μπορεί να μην είμαστε πλέον τα μεγάλα φαβορί για την Ευρωλίγκα, όμως δεν παύουμε να είμαστε Έλληνες. Όσο να πεις, εμείς ξέρουμε…»

Και μ’ αυτά τα λόγια, το Τζίνι μπήκε εκ νέου στο λυχνάρι και χάθηκε δια παντός.

Ώστε, λοιπόν, δε θα πήγαινε ο Σπανούλης στον Παναθηναϊκό ούτε ο Μπουρούσης στον Ολυμπιακό.

Οι δύο οπαδοί έφυγαν απογοητευμένοι γιατί είχαν πιστέψει στο όνειρο, όμως στ’ αυτιά τους αντηχούσε η πιο γλυκιά μπασκετική μελωδία. Μια αναντίρρητη αλήθεια:

«Εμείς», έλεγε, «είμαστε Έλληνες. Όσο να πεις, ξέρουμε…»