Ας πούμε μια μεγάλη αλήθεια για τη στασιμότητα του Χατζηγιοβάνη...

Από τα ελάχιστα καλά που άφησε πίσω του ο Αντρέα Στραματσόνι κατά την διάρκεια της καταστροφικής από κάθε άποψη θητείας του στον Παναθηναϊκό, ήταν η γνωριμία του κοινού με τον Τάσο Χατζηγιοβάνη.

Ο –τότε- πιτσιρικάς κάνει ντεμπούτο με την πράσινη φανέλα τον Νοέμβριο του 2016 και μάλιστα σε ευρωπαϊκό ματς, σε εκείνο το εφιαλτικό βράδυ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας που το τριφύλλι γνώριζε βαριά ήττα με 3-0 από την Σταντάρ Λιέγης για το Europa League, με αποτέλεσμα να αποδοκιμαστεί έντονα από τους οπαδούς που τα έψαλλαν στους ακριβοπληρωμένους (τότε) παίκτες της ομάδας.

Ας πούμε μια μεγάλη αλήθεια για τη στασιμότητα του Χατζηγιοβάνη...

Η… γιούχα φυσικά δεν απευθυνόταν σε εκείνον τον πιτσιρικά που έκανε τα γεμάτα τρακ πρώτα βήματά του, ενώ μόλις λίγους μήνες νωρίτερα ήταν ένας από τους επτά νεαρούς οι οποίοι είχαν υπογράψει τα πρώτα επαγγελματικά συμβόλαιά τους. Η ανακοίνωση της ΠΑΕ ανέφερε χαρακτηριστικά: «…ότι οι νεαροί ποδοσφαιριστές Θεόδωρος Μίγγος, Γιάννης Μπουζούκης, Τάσος Χατζηγιοβάννης, Σπύρος Παπανικολάου, Αλέξανδρος Τριανταφυλλόπουλος, Γιώργος Σερβιλάκης καιΑνδρέας Ξηρός, υπέγραψαν σήμερα επαγγελματικό συμβόλαιο με την ομάδα. Τους συγχαίρουμε και τους ευχόμαστε καλή δύναμη και επιτυχίες με τον Σύλλογο».

Ας πούμε μια μεγάλη αλήθεια για τη στασιμότητα του Χατζηγιοβάνη...

Βέβαια, σε ένα ρόστερ με ταυτόχρονη παρουσία παικτών πολυδιαφημισμένων όπως οι Μπεργκ, Λέτο, Εμποκού, Ιμπάρμπο, Γουακάσο κλπ, δύσκολα ένα παιδί από τις Ακαδημίες θα έβρισκε χρόνο συμμετοχής. Όμως, είπαμε, ήταν η εποχή Στραματσόνι που έκλεισε βίαια, με τον Παναθηναϊκό να μένει εκτός στόχων και το χρέος να ξεχειλώνει αποτελώντας ουσιαστικά την αρχή για τα κακά που ήρθαν τα επόμενα χρόνια.

Έτσι από τον Δεκέμβρη κιόλας εκείνης της χρονιάς ο Ιταλός αποτέλεσε παρελθόν, ο Μαρίνος Ουζουνίδης τον αντικατέστησε και το πρότζεκτ άλλαξε πλήρως κατεύθυνση. Πλέον οι άξονες ήταν δύο. Εξορθολογισμός του μπάτζετ και ελληνοποίηση του ρόστερ, πράγμα που σήμαινε ότι ξαφνικά το… μέλλον του Παναθηναϊκού, δηλαδή τα παιδιά των Ακαδημιών, μετατρέπονταν σε παρόν και για αυτούς υπήρχαν απαιτήσεις. Πιθανότατα μεγαλύτερες από αυτές που τους αναλογούσαν.

Ας πούμε μια μεγάλη αλήθεια για τη στασιμότητα του Χατζηγιοβάνη...

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ξεχώρισε ο Χατζηγιοβάνης και καθόλου άδικα αφού έδειχνε να έχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνταν για να κάνει καριέρα, ενώ –εδώ που τα λέμε- στην μετά Σαραβάκο εποχή, κάθε νεαρός που εμφανίζεται να κάνει κούρσες απ΄ τα δεξιά πάντα γεννά προσδοκίες.

Ακριβώς τρία χρόνια μετά ο Τάσος ψάχνει ακόμα τον ποδοσφαιρικό εαυτό του…

Και μέσα σε αυτό το διάστημα τις ευκαιρίες που έχει πάρει θα τις ζήλευαν πολλοί συνομήλικοί του που σπανίως βλέπουν προπονητές να τους εμπιστεύονται τόσο όσο ο Μαρίνος Ουζουνίδης μέχρι το καλοκαίρι του 2018 ή αργότερα ο Γιώργος Δώνης για τα επόμενα δύο χρόνια.

Ας πούμε μια μεγάλη αλήθεια για τη στασιμότητα του Χατζηγιοβάνη...

Οι αριθμοί είναι αδιάψευστοι μάρτυρες για τα παραπάνω. Το 16-17 παίζει σε 23 παιχνίδια. Την σεζόν 2017-18 έπαιξε σε 30 ματς σε όλες τις διοργανώσεις. Την επόμενη (με τον Δώνη στον πάγκο) κατέγραψε 38 και τότε ήταν που έδειξε πως είχε το ταλέντο για να κάνει το βήμα παραπάνω και να λογίζεται ως βασική λύση για το σήμερα και τεράστια επένδυση για το αύριο του συλλόγου.

Ένα χρόνο αργότερα 2019-20, αγωνίστηκε συνολικά σε 40 παιχνίδια, τα περισσότερα ως βασικός και τότε ήταν που άρχισαν να διαφαίνονται και τα πρώτα σημάδια στασιμότητάς του, καθώς πολλοί περίμεναν ότι θα έκανε το step up για το οποίο έδειχνε να είναι έτοιμος. Αν θέλουμε να μιλάμε την γλώσσα της αλήθειας, αυτό δεν συνέβη. Τουλάχιστον με τον τρόπο με τον οποίο θα περιμένει ο ίδιος και οι θαυμαστές του.

Μια προσεκτικότερη ματιά στην πορεία του μαρτυρά πως το πρόβλημα με τον Χατζηγιοβάνη δεν εστιάζεται τόσο στις ικανότητες ή το ταλέντο του, αλλά κυρίως στην αδυναμία του να δείξει συνέπεια και σταθερότητα στην απόδοσή του. Κατά περιόδους μοιάζει να είναι η επόμενη λογική επιλογή στις κλήσεις του ομοσπονδιακού τεχνικού για την Εθνική ομάδα και σε άλλες τον βλέπεις στο γήπεδο και απορείς πώς είναι δυνατό να μην του «βγαίνει» τίποτα, είτε τον χρησιμοποιεί ο προπονητής του δεξιά, είτε στο αριστερό άκρο, είτε (σπανιότερα) στον άξονα ως δεύτερο επιθετικό.

Ας πούμε μια μεγάλη αλήθεια για τη στασιμότητα του Χατζηγιοβάνη...

Και αυτό το σημείο ενδεχομένως αποτελεί και μια δικαιολογία (ή άλλοθι, εξαρτάται πώς το αντιλαμβάνεται κανείς) για τον 23χρονο (μην το ξεχνάμε) μεσοεπιθετικό. Το γεγονός δηλαδή ότι σε μια σειρά από «προβληματικές» ενδεκάδες που έχει παρατάξει ο Παναθηναϊκός, εκείνος «βολοδέρνει» από την μία άκρη του γηπέδου στην άλλη, πολλές φορές ακόμη και κατά την διάρκεια των αγώνων.

Όμως, βάζοντας τα πράγματα σε μια λογική βάση, αλήθεια πόσο άδικο έχουν οι προπονητές που έχουν περάσει από την ομάδα που αδυνατούν να βρουν την ιδανική θέση του στο γήπεδο. Στο μοντέρνο ποδόσφαιρο (και ειδικά στα συστήματα που επέλεξαν οι τεχνικοί του τριφυλλιού) δεν νοείται πλάγιος μεσοεπιθετικός που να μην μπορεί να «γράψει» γκολ και ασίστ. Ειδικά για το τριφύλλι των τελευταίων ετών που μοναδικός «φουνταριστός» είναι ο Μακέντα, οι πλάγιοι επιβάλλεται να πατούν περιοχή και να σκοράρουν ή να δημιουργούν τρύπες και συνθήκες για να το κάνουν οι συμπαίκτες τους.

Σε 113 ματς με την πρώτη ομάδα ο Χατζηγιοβάνης έχει σημειώσει 13 τέρματα (δηλαδή σκοράρει μια φορά ανά κάτι παραπάνω από 8,5 παιχνίδια) και έχει μοιράσει 11 ασίστ (δηλαδή μία σε κάθε περίπου 10 αγώνες και βάλε). Με τέτοια πενιχρά είναι η αλήθεια στατιστικά, χρειάζεται να καταβάλλει κανείς μεγάλη προσπάθεια για να ρίξει οποιοδήποτε «ανάθεμα» στους προπονητές και τον τρόπο διαχείρισης ενός παίκτη. Ευκαιρίες –αν μη τι άλλο- πήρε. Το αν αυτές ήρθαν κατά κύριο λόγο σε έναν Παναθηναϊκό γεμάτο πάσης φύσεως προβλήματα είναι διαφορετική συζήτηση. Αλλά, εν κατακλείδι, σε έναν κανονικό Παναθηναϊκό αυτός ο Χατζηγιοβάνης στα 23 χρόνια του πια, τι θέση θα είχε στο ρόστερ;