Μίμης Παπαϊωάννου
Βρείτε μας στο
Μπάλα

«Άσε, θα πάω εγώ…»: Η μέρα που ο Μίμης Παπαϊωάννου νίκησε τη φοβία του για τα πέναλτι υπογράφοντας μια μυθική στιγμή της ΑΕΚ

Την κρίσιμη στιγμή βρήκε τη δύναμη και το θάρρος να ξεπεράσει μια από τις λίγες αδυναμίες του για το καλό της ομάδας
Sport-Retro.gr

Αν ο Παναθηναϊκός δικαιούται να υπερηφανεύεται για τις καλύτερες, μακράν του δευτέρου, παρουσίες ελληνικής ομάδας στο Κύπελλο Πρωταθλητριών/UEFA Champions League, η ΑΕΚ αντιπαρατάσσει την κορυφαία πορεία στο πάλαι ποτέ Κύπελλο UEFA.

Με τον Λούκα Μπάρλο στον προεδρικό θώκο από τον Μάρτιο του 1974 και τον εμβληματικό Φράντισεκ Φάντρονκ στον πάγκο από το καλοκαίρι του 1974, η «Ένωση» έφτιαξε ένα πανίσχυρο σύνολο που έμελλε να κυριαρχήσει στα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Ο Φάντρονκ δεν ήταν τυχαία προσωπικότητα. Κοουτσάρισε την τρανή εθνική Ολλανδίας του Γιόχαν Κρόιφ επί τέσσερα χρόνια, ώσπου στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 παρέμεινε στο σταφ ως άμεσος συνεργάτης του Ρίνους Μίχελς. Οι «οράνιε» λύγισαν στον τελικό από την οικοδέσποινα Δυτική Γερμανία, όμως, το “total football” άλλαξε μια για πάντα το ποδόσφαιρο.

Πίσω στην ΑΕΚ, την ίδια περίοδο ήρθαν στη Νέα Φιλαδέλφεια παίκτες, όπως οι Χρήστος Αρδίζογλου, Γιώργος Σκρέκης, Γιώργος Δέδες, Βάλτερ Βάγκνερ και Τίμο Τσανλάιτερ.

Επιπλέον, το καλοκαίρι του 1976, την κιτρινόμαυρη φανέλα με τον δικέφαλο αετό στο στήθος φόρεσαν οι Θωμάς Μαύρος (από τον Πανιώνιο), Τάκης Νικολούδης (από τον Ηρακλή) και Νίκος Χρηστίδης (από τον Άρη).

Με τον Φάντρονκ να εφαρμόζει ασύλληπτες καινοτομίες, να φέρνει στην Ελλάδα το τεχνητό οφσάιντ, να παίζει ζώνη στην άμυνα και να αλλάζει θέσεις τους παίκτες (ο Λάκης Νικολάου από σέντερ φορ γύρισε λίμπερο, ενώ ο 34χρονος Μίμης Παπαϊωάννου έπαιξε στα χαφ), η ΑΕΚ άρχισε να ξεχωρίζει εντός των συνόρων.

«Άσε, θα πάω εγώ…»: Η μέρα που ο Μίμης Παπαϊωάννου νίκησε τη φοβία του για τα πέναλτι υπογράφοντας μια μυθική στιγμή της ΑΕΚ

«Άσε, θα πάω εγώ…»: Η μέρα που ο Μίμης Παπαϊωάννου νίκησε τη φοβία του για τα πέναλτι υπογράφοντας μια μυθική στιγμή της ΑΕΚ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ Μπάνιο και ταβέρνα σε τιμές προηγούμενης δεκαετίας: Η παραλία που γυρίστηκε το θρυλικό «Κάμπινγκ» της ΕΡΤ

Με μότο τη φράση «όλοι στην άμυνα, όλοι στην επίθεση», θυμίζοντας την εθνική Ολλανδίας και τον Άγιαξ που κατέκτησε τρία διαδοχικά Κύπελλα Πρωταθλητριών, ο «παππούς», όπως τον αποκαλούσαν, έβαλε γερές βάσεις για κάτι πολύ σπουδαίο.

Η χρησιμοποίηση δύο αμυντικών χαφ για πρώτη φορά απέδιδε καρπούς, το επιθετικό δίδυμο Θωμάς Μαύρος-Ντούσαν Μπάγεβιτς δεν συγχωρούσε, ενώ το γεγονός ότι ο τερματοφύλακας Νίκος Χρηστίδης πείστηκε να επανέλθει στη δράση αποδείχθηκε καταλυτικό για την πορεία του 1976-77.

Την προηγούμενη σεζόν (1975-76), μία άλλη μεγάλη φουρνιά, αυτή του ΠΑΟΚ, πήρε το πρωτάθλημα που τόσο άξιζε εκείνα τα χρόνια. Η ΑΕΚ έχασε τον τίτλο στις τελευταίες αγωνιστικές, επομένως αρκέστηκε στο Κύπελλο UEFA. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τόσες μαζεμένες επιτυχίες, πέντε χρόνια μετά τη συμμετοχή του Παναθηναϊκού στον τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Οι «κιτρινόμαυροι» τα βρήκαν σκούρα στον 1ο γύρο απέναντι στην Ντιναμό Μόσχας, αφού το 2-0 της Νέας Φιλαδέλφειας ισοφαρίστηκε στη ρεβάνς, προτού ο Τάσος Κωνσταντίνου χαρίσει την πρόκριση με πέναλτι στο τελευταίο λεπτό της παράτασης.

Αντίθετα, κόντρα στη φιλόδοξη (και αγγλική) Ντέρμπι στον 2ο γύρο, η ΑΕΚ έκανε επίδειξη ισχύος, επικρατώντας 2-0 εντός έδρας και 3-2 στο «Μπέιζμπολ Γκράουντ».

Με το αγαπημένο της 2-0, η ΑΕΚ λύγισε και τον Ερυθρό Αστέρα στη Νέα Φιλαδέλφεια, προτού περάσει δύσκολες στιγμές στο Βελιγράδι, όπως ο Παναθηναϊκός το 1971.

Οι «πράσινοι» είχαν ηττηθεί 4-1, οι «κιτρινόμαυροι» έχαναν 3-1 στο 34′ και σε περίπτωση που δέχονταν άλλο ένα γκολ θα αποκλείονταν.

Τελικά, ο Λάκης Στεργιούδας πρόβαλε σθεναρή αντίσταση με τους συμπαίκτες του και η ΑΕΚ προκρίθηκε στα προημιτελικά της διοργάνωσης, όπου θα συναντούσε ακόμα μία αγγλική ομάδα, την ΚΠΡ.

Εν αντιθέσει με την Ντέρμπι, η ΚΠΡ αποδεικνύεται αχτύπητη εντός έδρας, επιβάλλεται 3-0 και, πλέον, η ρεβάνς της Αθήνας φάνταζε τυπική διαδικασία. Αλίμονο… Ο Μαύρος «χτυπάει» στο 11′ και ζευγαρώνει τα γκολ του στο 65′, προτού ο Παπαϊωάννου ισοφαρίσει το σκορ του πρώτου αγώνα στο 81′, μετατρέποντας τις εξέδρες του γηπέδου σε… Καλλιμάρμαρο 1968.

«Άσε, θα πάω εγώ…»: Η μέρα που ο Μίμης Παπαϊωάννου νίκησε τη φοβία του για τα πέναλτι υπογράφοντας μια μυθική στιγμή της ΑΕΚ

Το δεύτερο 90λεπτο της σειράς ολοκληρώνεται με σκορ 3-0, ομοίως και η παράταση, επομένως τα πάντα θα κρίνονταν στη διαδικασία των πέναλτι. Νωρίτερα, όμως, ο Φάντρονκ είχε τη φαεινή ιδέα να αλλάξει τερματοφύλακα! Ο Χρηστίδης ήταν καλός στις αποκρούσεις των προσπαθειών από την άσπρη βούλα και η δικαίωση ήρθε. Όταν ο Νικολούδης δεν βρήκε στόχο στην τέταρτη εκτέλεση, αρκετοί έχασαν την αισιοδοξία τους, αλλά αμέσως μετά ο διεθνής γκολκίπερ είπε «όχι» στον Πίτερ Ίστοου.

Όταν έγιναν οι πέντε εκτελέσεις εκατέρωθεν, το σκορ έγραψε 4-4 και οι δύο ομάδες συνέχισαν με 2/2, ώσπου ήρθε η σειρά του Παπαϊωάννου να στήσει την μπάλα. Ο αείμνηστος γίγαντας της ΑΕΚ φοβόταν να στέκεται απέναντι από τους αντιπάλους τερματοφύλακες, εξ ου και η απόφαση να μην συμπεριληφθεί στην πρώτη πεντάδα.

«Άσε, θα πάω εγώ…»: Η μέρα που ο Μίμης Παπαϊωάννου νίκησε τη φοβία του για τα πέναλτι υπογράφοντας μια μυθική στιγμή της ΑΕΚ

Νωρίτερα, ο Ανδρέας Σταματιάδης (βοηθός του Φάντρονκ) προσπαθούσε να τον πείσει. «Ο τερματοφύλακας είναι κρεμανταλάς, αν επιλέξεις γωνία και σουτάρεις χαμηλά, το έβαλες», του είπε. Ο Νικολάου ήταν έτοιμος να εκτελέσει αν χρειαστεί, αλλά τελικά ο Παπαϊωάννου έβγαλε τη φόρμα του, φώναξε «άσε, θα πάω εγώ» και πήγε προς την άσπρη βούλα.

«Εντάξει Θωμά, δεν θα χρειαστεί να πας. Τώρα θα προκριθούμε», προέβλεψε εκείνη τη στιγμή ο Σταματιάδης στον Μαύρο, ο οποίος αντιμετώπιζε πρόβλημα τραυματισμού.

Ο Παπαϊωάννου έγραψε το 7-6, αμέσως μετά ο Χρηστίδης είπε “no” στον Ντέιβιντ Γουέμπ και η «Ένωση» προκρίθηκε στην ημιτελική φάση. Η πανίσχυρη Γιουβέντους έσβησε το όνειρο για μία δεύτερη ελληνική συμμετοχή σε τελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης μέσα σε μόλις έξι χρόνια, έκτοτε όμως κανένας εκπρόσωπος της χώρας δεν έφτασε τόσο ψηλά στο Κύπελλο UEFA. Ο Παναθηναϊκός πλησίασε το 1988 και το 2003, ωστόσο λύγισε από Μπριζ και Πόρτο αντίστοιχα.