Μετά το 3-4 στο Φάληρο με τη Ρεάλ, ο Ολυμπιακός έμεινε με μόνο δύο βαθμούς σε πέντε ματς και το σενάριο πρόκρισης είχε μόνο μία κωδική ονομασία: «τρία στα τρία και… βλέπουμε». Ναι, τότε δεν ήταν βέβαιο ότι οι 11 βαθμοί θα έδιναν πρόκριση και ως εκ τούτου ελάχιστοι πίστευαν ότι οι «ερυθρόλευκοι» θα μπορούσαν να τα καταφέρουν.
Σημασία βέβαια είχε ότι εκείνοι δεν έπαψαν ποτέ να το πιστεύουν. «Θα το πιστεύουμε μέχρι τέλος, δεν έχει τελειώσει τίποτα, έχουν μείνει τρία παιχνίδια», είχε πει χαρακτηριστικά ο Χρήστος Μουζακίτης μετά τον αγώνα με τη Ρεάλ. Και αυτό ήταν στο τέλος της μέρας το μεγάλο παράσημο και διαβατήριο επιτυχίας των «ερυθρόλευκων». Ότι δεν έχασαν ποτέ το κουράγιο τους. Αρνήθηκαν, ως οργανισμός, να συμβιβαστούν με την αποτυχία, έστω και αν όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν κόντρα.
Η διαιτητική αδικία με την Μπαρτσελόνα, η άδικη ισοπαλία με την ισοφάριση στα χασομέρια απέναντι στην Αϊντχόφεν, οι ευκαιρίες για την ισοφάριση απέναντι στη Ρεάλ. Είναι πολύ δύσκολο να αισιοδοξείς ότι θα πάρεις εννιά βαθμούς σε τρία ματς όταν έχεις πάρει δύο σε πέντε και νιώθεις να σου έχουν όλα στραβώσει.
Κι όμως ο Ολυμπιακός είχε σημαδέψει κάθε σταθμό της αλληλουχίας. Καϊράτ Αλμάτι στις 09/12, Λεβερκούζεν στις 20/01 και Άγιαξ στις 28.
Ένας Άγιαξ που φέτος υπέστη εφτά ήττες σε 10 ματς για όλες τις διοργανώσεις από τις 30 Σεπτεμβρίου έως τις 25 Νοεμβρίου. Έχει κερδίσει μόνο τα μισά από φετινά παιχνίδια του ολλανδικού πρωταθλήματος (10-7-3) και συνετρίβη με 6-0 για το κύπελλο από την Τβέντε. Βρίσκεται στο -16 από την πρωτοπόρο Αιντχόφεν και μοιάζει να κουβαλά το περσινό «τραύμα», όταν έχασε διαφορά 9 βαθμών στις πέντε τελευταίες αγωνιστικές και μαζί τον τίτλο, μετά την ισοφάριση από τους 10 παίκτες της Χρόνινγκεν στο 99’.
Δεν θα έπρεπε ο Ολυμπιακός να χάσει την πρόκριση απέναντι σε αυτή την ομάδα, που επιπλέον δεν είχε ρεαλιστικές πιθανότητες πρόκρισης στα νοκ-άουτ του Τσάμπιονς Λιγκ. Για ένα ημίχρονο και κάτι έπαιξε με τη φωτιά, προβλημάτισε, πήγαινε δεύτερος στις διεκδικούμενες μπάλες, είχε 35% κατοχή. Δεν δικαιολογούσε την τεράστια ανάγκη του για βαθμούς, ο αντίπαλος έμοιαζε να το θέλει περισσότερο. Δεν έμοιαζε καν Ολυμπιακός του Μεντιλίμπαρ.
Όμως αυτή η ομάδα διαθέτει πυλώνες ποιότητας, από τους οποίους μπορεί να πιαστεί σε μια μέτρια μέρα στη δουλειά. Πρώτος απ’ όλους ο Κωνσταντίνος Τζολάκης, που έχει επιστρέψει στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» μετά από ένα διάστημα ντεφορμαρίσματος. Κατόπιν ο Ζέλσον Μάρτινς και ο Ταρέμι, οι δύο που συνδυάστηκαν για το 0-1 του 52’.
Ο Πορτογάλος και ο Ιρανός ήταν από τους βασικούς λόγους για τη μεταμόρφωση των «ερυθρόλευκων» στο δεύτερο ημίχρονο. Ο πρώτος είναι εκεί για να ταλαιπωρεί διαρκώς δύο αμυντικούς και να δίνει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην προκύψει κάτι καλό από τα πόδια του σε ένα 90λεπτο. Ο δεύτερος είναι ένα από τους πιο «εγκεφαλικούς» ξένους που έχουν έρθει ποτέ στην Ελλάδα. Κακά τα ψέματα, η ποιότητα του οριακά είναι για τη Σούπερ Λιγκ. Έχει φτάσει ήδη τα 14 γκολ, αλλά μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι περισσότερο τον… υπολήπτεται ως δημιουργό, με τις πάσες του, με τις κινήσεις του και με τους χώρους που δημιουργεί.
Και οι Έσε, Ροντινέι, Κοστίνια έμοιαζαν να έχουν βγει διαφορετικοί από τη φυσούνα για το δεύτερο ημίχρονο. Βεβαίως ήταν η συνολική δουλειά που έκανε τη διαφορά. Και όχι ας πούμε η απόδοση του από μηχανής θεού Παναγιώτη Ρέτσου, ο οποίος ήταν άψογος σε όλο το 90λεπτο!
Το επίτευγμα του Ολυμπιακού φαίνεται ακόμα μεγαλύτερο, συγκριτικά με τον ανταγωνισμό. Νάπολι, Μαρσέιγ, Μπιλμπάο, Αϊντχόφεν και Βιγιαρέαλ έμειναν εκτός, ενώ η Μπενφίκα χρειάστηκε ένα γκολ του τερματοφύλακά της στο 8ο λεπτό των καθυστερήσεων για να προκριθεί!
Στο τέλος της μέρας, ο Ολυμπιακός ηττήθηκε από Μπαρτσελόνα, Άρσεναλ, Ρεάλ και έκανε 3-2-0 απέναντι στους υπόλοιπους. Καθόλου άσχημο… back round ενόψει των αναμετρήσεων απέναντι σε μία εκ των Λεβερκούζεν, Αταλάντα.