Οι «σημαίες» στο ποδόσφαιρο σπανίζουν πλέον. Όπως συμβαίνει και με άλλα ρομαντικά στοιχεία του αθλήματος, το να μένεις πολλά χρόνια σε μια ομάδα θεωρείται οριακά… ντεμοντέ: Τα ρόστερ αλλάζουν συνέχεια, οι παίκτες πηγαινο-έρχονται, το εμπορικό κίνητρο (ειδικά σε συλλόγους τοπ επιπέδου) σχεδόν επιβάλλει ν’ ανανεώνονται οι πρωταγωνιστές.
Ειδικά σ’ αυτό το περιβάλλον λοιπόν, ειδικά στην εποχή όπου εκλείπουν οι ηγέτες και οι ποδοσφαιριστές που συνδέονται και συναισθηματικά με τις ομάδες τους, εκτιμάς περισσότερο αυτούς που πάνε κόντρα. Τις φωτεινές εξαιρέσεις στον κανόνα ότι όλα κρίνονται με βάση τον εύκολο δρόμο ή το επαγγελματικό συμφέρον.
Όπως αυτή του Πέτρου Μάνταλου…

Μπορεί να έχει κανείς οποιαδήποτε γνώμη για τις ποδοσφαιρικές ικανότητες του αρχηγού της ΑΕΚ: Να θεωρεί ότι είναι παίκτης σπάνιας πάστας ή υπερεκτιμημένος. Να πιστεύει ότι υπήρξε από τους πολυτιμότερους ποδοσφαιριστές που φόρεσαν ποτέ την κιτρινόμαυρη φανέλα ή ότι το ταβάνι του ήταν χαμηλότερο απ’ αυτό που επιβάλλεται για ηγέτη μια τόσο μεγάλης ομάδας.
Ό,τι και να πιστεύει όμως κανείς, ένα πράγμα δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει: Ότι ο Μάνταλος ταυτίστηκε τόσο πολύ με την ΑΕΚ, έγινε τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της, που στο πρόσωπο και την πορεία του μπορούν να καθρεφτιστούν όλες οι συγκλονιστικές εναλλαγές συναισθημάτων τα τελευταία χρόνια.

Μαζί της στα χωράφια της Β’ Εθνικής (όταν θα μπορούσε να έχει επιλέξει την πρόταση άλλων «μεγάλων» που τον ήθελαν τότε), μαζί της και στην επιστροφή με κατάκτηση Κυπέλλου (όπου υπήρξε και σκόρερ στον τελικό με τον Ολυμπιακό).
Παρών στα δύσκολα (με συντριβές σε ντέρμπι και χαμένους τελικούς όπου χλευαζόταν ως «κυπελλο-κουβαλητής»), παρών και στη λύτρωση (όταν από τα δικά του χέρια σηκώθηκε έπειτα από 24 χρόνια η κούπα του πρωταθλητή).
Επίκεντρο σφοδρής κριτικής, ειρωνείας και αποδοκιμασιών (όταν η ΑΕΚ βολόδερνε στο ΟΑΚΑ τα χρόνια πριν μπει στο νέο της γήπεδο), επίκεντρο και όταν η «Ένωση» επέστρεφε πανηγυρικά στο σπίτι της με την κατάκτηση του νταμπλ.
Και όλα αυτά με δυο τραυματισμούς από τους οποίους άλλοι ποδοσφαιριστές δεν επιστρέφουν ποτέ ίδιοι και διαχρονικά αναμφισβήτητο τον σεβασμό των συμπαικτών και το εκτόπισμά του στ’ αποδυτήρια: Ακόμα και όταν παρέδωσε το περιβραχιόνιο στον Σέρχιο Αραούχο, άπαντες (συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Αργεντινού) εκείνον θεωρούσαν αρχηγό.

Αυτή η αδυναμία εξάλλου που του έτρεφε και ο ίδιος ο Δημήτρης Μελισσανίδης έπαιξε τον δικό της ρόλο στην άδικη αντιμετώπιση του Μάνταλου από μερίδα φίλων της ΑΕΚ (ή μάλλον από μια μειοψηφία που έκανε θόρυβο): Στο δικό του πρόσωπο ξεσπούσε η οργή για ευθύνες που θεωρούσαν ότι έχει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης σε αγωνιστικές αποτυχίες.
Δεν χρειάζονται λοιπόν επιχειρήματα για το πόσο σπουδαίος είναι ένας παίκτης που μετράει 426 συμμετοχές, 69 γκολ και 111 ασίστ. Εξάλλου αδιάψευστη απόδειξη της κλάσης του Μάνταλου αποτελεί ότι παραμένει πολύτιμος και επιδραστικός στα 35 του.
Εκείνο που κυρίως όμως τον έκανε σημείο αναφοράς (πέρα από την αγωνιστική προσφορά) ήταν η αφοσίωσή του. Το σθένος στα δύσκολα και η ταπεινότητα στις επιτυχίες. Η αλήθεια της διαπίστωσης του ίδιου πως η ΑΕΚ τον έκανε καλύτερο παίκτη, αλλά και καλύτερο άνθρωπο.

Δεν έχει σημασία λοιπόν αν μπορεί να συγκριθεί με «ιερά τέρατα» της ομάδας. Αν δεν έχει σηκώσει τις κούπες άλλων. Αν δεν συνδέθηκε με τόσες αγωνιστικές επιτυχίες όσες προηγούμενοι αρχηγοί. Ούτε αν κέρδισε αργά τον σεβασμό που του αναλογεί (ως παίκτης και ως αρχηγός).
Ο Μάνταλος αποτελεί μια παρήγορη επιβεβαίωση (και για τη ζωή, όχι μόνο για το ποδόσφαιρο) ότι στο τέλος ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει. Κέρδισε δίκαια μια θέση ανάμεσα στις εμβληματικές φυσιογνωμίες του συλλόγου.
Και αν κάποιος φίλος της ΑΕΚ του έγραφε ένα γράμμα αντίστοιχο με αυτό που έγραψε ο ίδιος στον γιο του (ώστε να του εξηγήσει τους λόγους που έμεινε 13 χρόνια στη Φιλαδέλφεια) θα έπρεπε σίγουρα να καταλήγει:
«Ευχαριστούμε για όλα, Πέτρο…»
