Είναι άχαρες ποδοσφαιρικά αυτές τις μέρες. Πάνω που η αγωνία για το πρωτάθλημα έχει χτυπήσει κόκκινο, έρχεται μια πέρα για πέρα αδιάφορη διακοπή και μας κάνει να βαριόμαστε. Φυσικά, ο χαρακτηρισμός «αδιάφορη» δεν αφορά το σύνολο της διακοπής αλλά συγκεκριμένα, την ελληνική επικαιρότητα που (δεν) παράγεται από αυτή. Για την ακρίβεια, είναι μια συνθήκη άμεσα συνδεδεμένη με την στασιμότητα και την αδιαφορία που διέπει την Εθνική Ελλάδας.
Το φιλικό της ομάδας του Γιοβάνοβιτς με την Παραγουάη, που συνοδεύτηκε από ήττα με 0-1, κουβαλάει όλα τα αρνητικά και κανένα θετικό από όλα αυτά που παραδοσιακά χαρακτηρίζουν τα φιλικά. Υπήρξε ένας αγώνας χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον όπως όλα τα φιλικά. Ταυτόχρονα, δεν συνδυάζεται με καμία διάθεση προσμονής για την έλευση των επίσημων αγώνων της ομάδας. Μόλις ένα χρόνο πριν, όταν η ίδια ομάδα περνούσε θριαμβευτικά από τη Σκωτία νικώντας με 0-3 το κλίμα ήταν εντελώς διαφορετικό. Ένα χρόνο αργότερα δεν εμπνέει κανέναν. Γιατί άραγε;
Το αναμφισβήτητο ταλέντο και ο εντυπωσιακά χαμηλός μέσος όρος ηλικίας, στοιχεία συσσωρευμένα ωστόσο σε συγκεκριμένες θέσεις του γηπέδου, είναι ένα συνδυασμός που σε συγκεκριμένα βράδια και υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει σε πανέμορφη μπάλα και εντυπωσιακά αποτελέσματα. Και κάπως έτσι φτάσαμε να ακούμε πως αυτή η φουρνιά Ελλήνων παικτών είναι η καλύτερη στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου: βαριά κουβέντα αν αναλογιστεί κανείς πως το αντικειμενικό μέτρο σύγκρισης παραμένει μια γενιά που έχει σηκώσει Euro.
Οι τρεις συνεχόμενες τριάρες από Δανία και Σκωτία που ακολούθησαν δεν θα μπορούσαν παρά να φέρουν τους αντίστοιχα υπερβολικούς χαρακτηρισμούς: υπερεκτιμήμένα παιδάκια, σοφτ ομάδα και άλλα τέτοια μπορεί να φαντάζουν χαρακτηρισμοί που τα κάνουν όλα ίσιωμα αλλά θα πρέπει να τους περιμένει κανείς όταν δεν χαμηλώνει τους τόνους στις αντίστοιχα υπερβολικές μεγαλοστομίες.
Οι πιο σκεπτόμενοι και ψύχραιμοι έσπευσαν να αναλύσουν το δομικό πρόβλημα της Εθνικής: το μεσοεπιθετικό ταλέντο δεν αρκεί από μόνο του όταν λείπει η ποιότητα στα χαφ. Η ανισορροπία του ελληνικού ρόστερ είναι πράγματι κάτι παραπάνω από εμφανής, ωστόσο ανάμεσα στην δυσκολία διαχείρισης ενός προβλήματος στο ρόστερ και την απόλυτη κατάρρευση υπάρχει μεγάλη απόσταση. Και οι προπονητές υπάρχουν για να γεμίζουν αυτά τα κενά με τη δουλειά τους.
Το κεφάτο και ολίγον τι άναρχο ποδόσφαιρο που μοιάζει φτιαγμένη να υπηρετήσει αυτή η Εθνική, ένα ποδόσφαιρο που φλερτάρει σε ισόποσες δόσεις με την άγρια δημιουργικότητα και την καταστροφική αφέλεια, μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα της φιλοσοφίας που εδραίωσε τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Ίσως το βασικό πρόβλημα της Εθνικής Ελλάδας να έγκειται εκεί: ο Σέρβος αντί να μπει στη διαδικασία να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση, ίσως εν μέρει και ο ίδιος «θαμπωμένος» από το ταλέντο της μεσοεπιθετικής γραμμής, έκανε πίσω και άφησε τα παιδιά να χαρούν τη μπάλα. Είναι θετικό οι προπονητές να υποβιβάζουν το «εγώ» τους προς χάρη της συλλογικής λειτουργίας αλλά δεν χρειάζεται να φοβόμαστε να το πούμε: στην προκειμένη περίπτωση η μέθοδος αυτή απέτυχε.
Το επερχόμενο Nations League και -πολύ περισσότερο- τα προκριματικά για το Euro του 2028 στα βρετανικά γήπεδα θα είναι η περίοδος που η Εθνική θα πρέπει να πορευτεί με τον κανόνα πως στο ποδόσφαιρο, μεγαλύτερη σημασία δεν έχει το ταλέντο των παικτών αλλά η προπονητική σφραγίδα. Ένας άλλος κανόνας άλλωστε είναι εκείνος που λέει πως στην μπάλα οι μεγάλες προσδοκίες και η εκκωφαντική αποτυχία απέχουν όσο ένα 90λεπτο από την έναρξη ενός ματς. Η Εθνική βίωσε ήδη μια φορά τη σκληρή αλήθεια αυτού του κανόνα. Πλέον πρέπει και να δείξει ότι έχει μάθει από αυτό το πάθημα. Για την ώρα, το τίμημα είναι μερικά βαρετά Σαββατοκύριακα όπως που βιώνουμε…