Το 1991 και το 1992 έγινε η πρώτη ελληνική ομάδα που έφτασε σε back to back τελικούς ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Από το θρίαμβο στη Γενεύη επί της Σαραγόσα, στο σπαραξικάρδιο κλάμα του Μπάνε στο δράμα της Ναντ με τη Ρεάλ. Μπορεί εκείνος ο σπουδαίος ΠΑΟΚ να μην έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης, αλλά απέκτησε οπαδούς σε όλη την Ελλάδα, παίζοντας σε τέσσερις τελικούς και ένα Final 4 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών σε μία εξαετία (1991 – 1996).
Καμιά 35αρια χρόνια μετά, ο ΠΑΟΚ μπαίνει ξανά στο χάρτη του ευρωπαϊκού μπάσκετ, φτάνοντας εκ νέου σε δύο σερί τελικούς (στην ίδια διοργάνωση). Αν το έλεγες σε κάποιον μπασκετικό οπαδό της ομάδας πριν από τις περσινές αναμετρήσεις με την υπέρτερη σε μπάτζετ και ταλέντο Σολέ, θα σε κοιτούσε σαν τρελό. Κάτι ανεξήγητο συνέβη εκείνο το βράδυ στην έδρα της γαλλικής ομάδας. Ήταν αυτό που άναψε τη φλόγα για τα μελλούμενα. Ένα κρυμμένο μέταλλο, θαρρείς, που απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να «πυροδοτηθεί».
Η Σολέ είχε νικήσει με 89-88 στον πρώτο ημιτελικό του FIBA Europe Cup στην Πυλαία και μπροστά στους δικούς της οπαδούς προηγήθηκε με +14 (63-49) στην τρίτη περίοδο. Τίποτα στον κόσμο δεν προδίκαζε εκείνη τη στιγμή ότι ο Δικέφαλος θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να φτάσει στον τελικό. Αντίστοιχη ήταν η αίσθηση το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης, όταν η Μούρθια προηγήθηκε με +11 (80-69), στα 5’ πριν από το φινάλε. Το γήπεδο είχε κατά το κοινώς λεγόμενο κατηφορίσει. Με ένα επί μέρους 17-2 οι Ισπανοί απέκτησαν πέντε πόντους «μαξιλάρι» πρόκρισης και ο ΠΑΟΚ δεν είχε κανένα αντίδοτο στον απίθανο Ντέιβιντ Ντε Τζούλιους, που έβαλε και τους 17 πόντους αυτού του σερί.
Μιλάμε για την τρίτη ομάδα της κατάταξης στην ACB, με ρεκόρ 18-7, που βλέπει αφ’ υψηλού για την ώρα τις Μπαρτσελόνα, Μπασκόνια. Στο τελευταίο παιχνίδι της είχε περάσει με +18 από την έδρα της Μπανταλόνα, εκεί όπου η ΑΕΚ ηττήθηκε με 88-69 στο δεύτερο ματς της σειράς των προημιτελικών του CBL.
Τι πιθανότητες είχε να επιστρέψει ο ζαλισμένος από τα απανωτά τρίποντα ΠΑΟΚ απέναντι σε τόσο ποιοτικό αντίπαλο και σε ένα γήπεδο που «κόχλαζε»; Εκείνη τη στιγμή, (σχεδόν) όλα έμοιαζαν τελειωμένα. Σε τέτοιες περιστάσεις, το -11 εύκολα γίνεται -15 και η λευκή πετσέτα πέφτει διαδικαστικά. Η Μούρθια είχε τα πάντα υπέρ της. Όπως τα είχε και η Σολέ, ακριβώς ένα χρόνο πριν.
Στον αθλητισμό όμως συμβαίνουν πράγματα που κάποιες φορές μοιάζουν μεταφυσικά. Η επίκληση στο βάρος της φανέλας μπορεί να ακούγεται κλισέ, ενίοτε όμως είναι αυτή που δίνει απάντηση στα ανεξήγητα. Η κληρονομιά της κάθε ομάδας είναι μέρος του παιχνιδιού. Ο ΠΑΟΚ πιάστηκε από αυτήν όταν όλα έμοιαζαν να χάνονται. Ένα αόρατο νήμα δένει τον ατσάλινο χαρακτήρα που έβγαλε σε εκείνο το σημείο με την αναγωγή του σε μία από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης εκείνη τη «χρυσή» πενταετία. Ναι, έστω καμιά 35χρονια πριν.
Μετά από αυτή την έκβαση, δεν έχεις παρά να αποδεχτείς (μετά απογοητεύσεως αν είσαι οπαδός της ισπανικής ομάδας) ότι ο ΠΑΟΚ θα είναι πάντα ο ΠΑΟΚ και η Μούρθια πάντα η Μούρθια… Η οποία, ειρήσθω ένα παρόδω, είχε προηγηθεί με +10 και στον πρώτο ημιτελικό, στο Παλατάκι.
Και επίσης, δεν έχεις παρά να ψυχανεμιστείς ότι οι μπαμπάδες στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στο Ηράκλειο και σε κάθε πόλη που βρήκε χώρο να τρυπώσει η αύρα του «αντιήρωα» Μπάνε, έχουν πλέον (και) μπασκετικούς λόγους να μεγαλώσουν γερά… παοκτσάκια.