Το ποιος είναι ο κορυφαίος προπονητής στην Ελλάδα είναι μια δύσκολη ερώτηση. Πώς να διαφωνήσεις ότι είναι ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ (έχοντας κατακτήσει ευρωπαϊκό τρόπαιο εκτός από νταμπλ); Πώς να πεις ότι δεν είναι ο Ραζβάν Λουτσέσκου (ως αναμορφωτής και πιο επιτυχημένος σε ολόκληρη την ιστορία του ΠΑΟΚ);
Όποια απάντηση και να δώσει κανείς έχει βάση και επιχειρήματα για να τεκμηριωθεί. Αν όμως η ερώτηση γίνει «ποιος είναι ο κορυφαίος προπονητής στην Ελλάδα ΦΕΤΟΣ» (και όχι συνολικά) η απάντηση είναι ευκολότερη. Και μάλλον δεν συμπεριλαμβάνει κανέναν από τους δυο.
Γιατί ανεξαρτήτως κατάληξης της σεζόν και του ποιος θα κατακτήσει τελικά το πρωτάθλημα, ο συσχετισμός του τι παρέλαβε και του τι παρουσίασε στο χορτάρι καθιστά καλύτερο τεχνικό της σεζόν τον Μάρκο Νίκολιτς.

Πέρα όμως από το συνολικό έργο του (το πώς κατάφερε να πάρει μια ομάδα με διαλυμένη ψυχολογία και πάμπολλα αγωνιστικά προβλήματα και να την κάνει φαβορί για το πρωτάθλημα με εξαιρετική ευρωπαϊκή παρουσία) υπάρχει και ένα επιμέρους επίτευγμα που σε κάνει να υποκλιθείς: Η τακτική μεταμόρφωση της ΑΕΚ. Και κομβικό ρόλο σε αυτό έχει παίξει το τρικ που εφαρμόζει στα χαφ…
Αναρωτιούνται λοιπόν πολλοί: Πώς καταφέρνει η «Ένωση», διαθέτοντας δυο μονάχα χαφ πρώτης γραμμής, να κυριαρχεί στο κέντρο; Πώς γίνεται ν’ αγωνίζεται χωρίς καθαρό εξάρι και αυτό να μην φαίνεται καθόλου; Πώς κατορθώνει να πρεσάρει και να δημιουργεί με την ίδια συνέπεια, ενώ οι δυο βασικοί της ανταγωνιστές για τον τίτλο χάνουν στον έναν ή τον άλλο τομέα;
Καταρχάς ας δούμε τι συμβαίνει στον καθένα ξεχωριστά: O Ολυμπιακός φέτος δεν έπαιξε τόσο πολύ με τρία χαφ. Προκειμένου να χωρέσει τον Ταρέμι στην ενδεκάδα μαζί με τον Ελ Κααμπί, ο Μεντιλίμπαρ θυσίαζε έναν μέσο ή μετατόπιζε τον Τσικίνιο στα άκρα. Κάτι που δεν αποδείχθηκε αποδοτικό, αφού οι μέσοι του είναι καλοί ανασταλτικά (ιδίως ο Έσε), αλλά όχι παραγωγικοί: O Τσικίνιο δεν είναι τόσο επιδραστικός όσο πέρυσι, ο Μουζακίτης δεν κάνει καλή σεζόν, οι Γκαρθία και Σιπιόνι μοιάζουν επαρκείς μόνο για εναλλακτικές λύσεις.
Ο ΠΑΟΚ, από την άλλη, παίζει κλασικά με 4-2-3-1. Το βασικότερο πρόβλημα είναι ότι έχει στερηθεί σε πολλά παιχνίδια τον Μεϊτέ, που είναι ο κομβικότερος παίκτης του στα χαφ. Ο Οζντόεφ κουβάλησε όσο μπορούσε (ειδικά στην κανονική διάρκεια του πρωταθλήματος), αλλά δεν είναι παίκτης που θα κάνει τη διαφορά.
Κι όλα αυτά με τον Καμαρά να βρίσκεται πολύ μακριά από τον περσινό καθοριστικό του εαυτό και τον Ζαφείρη να διαθέτει ένταση και τρεξίματα, αλλά όχι δημιουργία. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα του Κωνσταντέλια (όποτε ήταν και αυτός διαθέσιμος) να χαμηλώνει πολύ στο γήπεδο για να πάρει μπάλα και να χτίσει επιθέσεις.
Την ίδια ώρα η ΑΕΚ παίζει με δυο μόνο παίκτες στο κέντρο, τον Γενάρη δεν ενισχύθηκε σε αυτό το κομμάτι (παίρνοντας τον Σαχαμπό και όχι έναν έτοιμο παίκτη), όμως διαθέτει μακράν την καλύτερη λειτουργία στα χαφ: Όχι μονάχα επειδή οι Πινέδα και Μαρίν κάνουν φανταστική σεζόν (τόσο μεμονωμένα, όσο και ως δίδυμο), αλλά και επειδή το σχέδιο του Μάρκο Νίκολιτς τους υποστηρίζει απόλυτα.

Από τον Γενάρη λοιπόν και μετά οι «κιτρινόμαυροι» (όπως και ο Ολυμπιακός) παίζουν κι εκείνοι με δυο φορ στην ενδεκάδα. Μετά την άφιξη και την καθιέρωση του Βάργκα αφαιρέθηκε ένας παίκτης που θεωρητικά θα μπορούσε να συνεισφέρει και στη σύνδεση με το κέντρο. Δεν ήταν λίγες οι φορές μέχρι εκείνο το σημείο που τέτοιον ρόλο είχαν παίξει ο Γκατσίνοβιτς ή ο Καλοσκάμης. Η ΑΕΚ όμως καθόλου δεν έχασε δύναμη στα χαφ.
Γιατί ναι, ο Πινέδα κάνει σεζόν εφάμιλλη του νταμπλ, κάνοντας τα πάντα στο γήπεδο και μετρώντας 46 συμμετοχές με 5 γκολ και 5 ασίστ. Ο Μαρίν είναι ο πιο επιδραστικός παίκτης της «Ένωσης», γράφοντας 44 αγώνες και συμμετέχοντας συνολικά σε 16 γκολ (7 που πέτυχε ο ίδιος και 9 που μοίρασε σε συμπαίκτες με σέντρες, εκτελέσεις φάουλ ή κόρνερ).
Καταλυτικό ρόλο όμως για να τα κάνουν όμως όλα αυτά έπαιξε η καθιέρωση του υβριδικού ρόλο χαφ-εξτρέμ από τον Νίκολιτς. Στα περισσότερα παιχνίδια της φέτος η ΑΕΚ παίζει χωρίς ακραίους. Με τουλάχιστον έναν (ή και δυο ενίοτε) χαφ να ξεκινά απ’ το πλάι, αλλά να λειτουργεί και ως στήριγμα των Πινέδα-Μαρίν: Τόσο στο ανασταλτικό κομμάτι (κλείνοντας χώρους και δίνοντας βοήθεια στα μαρκαρίσματα), όσο και στο παραγωγικό (προσφέροντας συνεργασίες, τραβώντας αντιπάλους ή καλύπτοντας τον Μεξικανό και τον Ρουμάνο όταν αναλαμβάνουν επιθετικές πρωτοβουλίες).
Γι’ αυτό μετατράπηκε σε παίκτη-κλειδί από το πουθενά ο Περέιρα, γι’ αυτό έδωσε πολύτιμες λύσεις (όποτε κλήθηκε) ο Γκατσίνοβιτς, γι’ αυτό ο Μάνταλος αποδείχθηκε χρησιμότατος ακόμα και ως αριστερός εξτρέμ, γι’ αυτό ακόμα και ο Λιούμπιτσιτς σε ένα διάστημα αναστήθηκε.
Γιατί θεωρητικά η ΑΕΚ παίζει με δυο χαφ (και χωρίς καθαρό εξάρι), αλλά ουσιαστικά παίζει με τρία ή τέσσερα. Και αυτή η τακτική πατέντα του Νίκολιτς (μαζί με πολλές ακόμη που έχει λανσάρει φέτος) αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που η ομάδα του μοιάζει η πιο καλοκουρδισμένη, η πιο λειτουργική και στο τέλος της ημέρας η πιο αποτελεσματική από οποιανδήποτε άλλη διεκδικεί το πρωτάθλημα φέτος.
