Μικρόφωνο στα γήπεδα: Ο Ηρακλής Κοτζιάς έντυσε με την χροιά του τις παιδικές μας αναμνήσεις

Αντίο σε μία φωνή που μας μεγάλωσε και έβαλε το ποδόσφαιρο στο σαλόνι κάθε σπιτιού.

Αλήθεια, πως να το εξηγήσεις; Πως να βρεις τις κατάλληλες λέξεις, πως να τις βάλεις στην σωστή σειρά για να περιγράψεις αυτό το συναίσθημα;

Πως μπορείς να μεταδώσεις αυτή την αίσθηση στην νέα γενιά, που δεν έζησε εποχές που όλη η Ελλάδα ήταν κρεμασμένη κάθε Κυριακή από ένα ραδιοφωνικό κουτί για να ακούσει… αθλητικά;

Δεν μπορείς. Διότι για την σημερινή γενιά η απευθείας τηλεοπτική μετάδοση κάθε αθλητικού γεγονότος είναι αυτονόητη.

Δεν υπάρχει παιχνίδι που να μην μεταδίδεται ζωντανά, μα ακόμα κι αν το χάσεις μπορείς να το βρεις σε… κονσέρβα, να βρεις τα χάι-λάιτ όποια στιγμή θες στο διαδίκτυο.  Οι επιλογές είναι αμέτρητες. Η θέαση είναι κάτι πανεύκολο.

Ιεροτελεστία

Παλιότερα δεν ήταν έτσι. Τα παιχνίδια του ελληνικού πρωταθλήματος δεν τα έδειχνε η τηλεόραση. Αν ήθελες να δεις ολόκληρο παιχνίδι έπρεπε να πας στο γήπεδο -άλλος τρόπος δεν υπήρχε.

Υπήρχε η ιεροτελεστία της Αθλητικής Κυριακής, αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να οπτικοποιήσεις τους ήρωες που άκουγες από προφορικές περιγραφές ή από τις περιγραφές στο ραδιόφωνο.

Ώπα! Αυτή είναι η μαγική λέξη. Το ραδιόφωνο.

Δεν ήταν ένα άψυχο κουτί, αλλά ένα παράθυρο στον κόσμο.

Μία άλλη ιεροτελεστία μετά το κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι ήταν η ΕΡΑ Σπορ και η εκπομπή “Μικρόφωνο στα γήπεδα”.

Το δίδυμο του Κώστα Μότση με τον Ηρακλή Κοτζιά (από το 1983 ως το 1999) ήταν οι μόνιμοι κυριακάτικοι επισκέπτες σε κάθε σπίτι.

Οι φωνές τους είχαν γίνει πια τόσο οικείες, που νόμιζες ότι είναι μέλη του στενού σου οικογενειακού σου περιβάλλοντος.

Άλλη αίσθηση

Η αναμονή, η αγωνία, η ανυπομονησία για το που θα πάει το μικρόφωνο, που θα μπει το επόμενο γκολ έχει ντύσει τις παιδικές αναμνήσεις όσων έχουν περάσει τα πρώτα και τα δεύτερα -άντα.

Η μπάσα φωνή του Κώστα Μότση έδενε υπέροχα με την γλυκιά φωνή του Ηρακλή Κοτζιά.

Χωρίς άναρθρες κραυγές, με ωραία – προσεγμένα ελληνικά, με ψυχραιμία, χωρίς φανατισμό κατάφερναν το ακατόρθωτο: έστω και νοερά, οι ακροατές ένιωθαν ότι βρίσκονται κι αυτοί στο γήπεδο.

Κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία τους.

Διότι δεν προσπάθησαν ποτέ να κλέψουν ποτέ την δόξα από τους αληθινούς πρωταγωνιστές, αντίθετα με σεβασμό έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τους αναδείξουν.

Παρότι ελάχιστοι ήξεραν πως είναι φατσικά, παρότι ήταν εφημεριδάδες και ραδιοφωνικοί, εντούτοις όλοι μπορούσαν να τους αναγνωρίσουν από την χροιά της φωνής τους.

Είχαν τον απόλυτο σεβασμό όλων, κανείς δεν ασχολήθηκε ποτέ να μάθει τι ομάδα υποστηρίζουν -δεν είχε καμιά σημασία.

Ο Ηρακλής Κοτζιάς έφυγε σε ηλικία 88 ετών και θα τα λέει πια από εκεί ψηλά με τον ραδιοφωνικό του παρτενέρ.

Μαζί του φεύγει και ένα κομμάτι της παιδικής μας ηλικίας, μία αγνή εποχή που μοιάζει σήμερα μακρινή και δυσνόητη…