Το πάθημα της Ουρουγουάης στο Μουντιάλ απέδειξε για άλλη μια φορά τη σοφία των γνωστών στίχων του τραγουδιού: «Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο». Στη βάση της εθνικής Ουρουγουάης, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να περισσεύει η ομοψυχία για την υπέρβαση στο Μουντιάλ, το κλίμα μύριζε από νωρίς μπαρούτι και το κόκκινο πανί είχε ονοματεπωνυμο: Μαρσέλο Μπιέλσα. Τα βαριά χαρτιά της «Σελέστε», με μπροστάρηδες τους Βαλβέρδε, Ουγκάρτε, Μπεντανκούρ και Ροσέτ, βγήκαν μπροστά και τα έχωσαν στον «Loco». Ο λόγος; Μα τι άλλο από την παροιμιώδη, σχεδόν σαδιστική εμμονή του με τις προπονήσεις που φέρνουν τους ποδοσφαιριστές στα όριά τους.
Οι Ουρουγουανοί άδειασαν από δυνάμεις, έφτασαν να τρέμουν στην ιδέα ενός σοβαρού τραυματισμού και ομολόγησαν πως δεν αντέχουν άλλο αυτή την εξαντλητική πίεση. Για όσους όμως γνωρίζουν τι εστί Μπιέλσα, το συγκεκριμένο αντάρτικο δεν αποτελεί δα και κεραυνό εν αιθρία. Είναι απλώς η φυσική αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού όταν έρχεται αντιμέτωπος με την πιο διαβολική προπονητική μέθοδο που γέννησε ποτέ το σύγχρονο ποδόσφαιρο…
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του εφιάλτη που βιώνουν σήμερα οι αστέρες της Σελέστε, αρκεί να γυρίσει τον χρόνο λίγα χρόνια πίσω και να ρίξει μια ματιά στο τι ακριβώς τραβούσαν οι παίκτες της Λιντς στα χέρια του Αργεντινού τεχνικού. Εκείνοι έδωσαν και το όνομα Murderball στην προπόνηση του Μπιέλσα…
Το διαβόητο Murderball και το μαρτύριο της Λιντς
Κάθε Τετάρτη πρωί, στο προπονητικό κέντρο του Θορπ Αρτς στο Λιντς, μια σχεδόν νεκρική ατμόσφαιρα κάλυπτε τα αποδυτήρια. Οι ποδοσφαιριστές κοιτάζονταν μεταξύ τους ξέροντας τι ακολουθεί. Γνώριζαν ότι για τα επόμενα λεπτά θα έπρεπε να ξεχάσουν τον πόνο, να αγνοήσουν τα πνευμόνια τους που θα έκαιγαν σαν τρελά και να παραδώσουν σώμα και πνεύμα στον «Τρελό». Ήταν η μέρα του Murderball…
Πώς διάολο να επιβιώσεις σε μια προπόνηση που οι ίδιοι οι παίκτες ονόμασαν «Murderball»; Ο Μαρσέλο Μπιέλσα, βέβαια, δεν το έλεγε ποτέ έτσι. Για τον ίδιο ήταν απλώς…ποδόσφαιρο. Όμως, για όποιον είχε την ατυχία (ή την ευλογία, όπως αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος) να το ζήσει, ήταν ένα ποδοσφαιρικό πείραμα στα όρια της σωματικής και ψυχολογικής εξόντωσης.
Οι κανόνες του Murderball
Οι κανόνες του Murderball ήταν απλοί και 100% αδιαπραγμάτευτοι. Επρόκειτο για ένα εσωτερικό δίτερμα 11 εναντίον 11, αλλά με ρυθμό που έκανε τους επίσημους αγώνες της Premier League να μοιάζουν με χαλαρό τζόκινγκ. Το βασικότερο; Δεν υπήρχαν διακοπές. Ούτε φάουλ, ούτε πλάγια, ούτε κόρνερ, ούτε φυσικά διαμαρτυρίες. Ό,τι γινόταν στο εσωτερικό διπλό του Murderball έμενε στο εσωτερικό διπλό του Murderball…
Περιμετρικά του αγωνιστικού χώρου στέκονταν τα μέλη του τεχνικού τιμ, κρατώντας δεκάδες μπάλες. Τη στιγμή που μια μπάλα έβγαινε εκτός γραμμών, πριν καν προλάβει να σκάσει στο έδαφος, μια άλλη είχε ήδη πεταχτεί μέσα. Αν σε κλοτσούσαν και έπεφτες κάτω, έπρεπε να σηκωθείς αμέσως και να σπριντάρεις για να καλύψεις τη θέση σου. Αν έμενες στο χορτάρι να πιάσεις το πόδι σου, η ομάδα σου αμυνόταν με παίκτη λιγότερο, με τον Μπιέλσα να ουρλιάζει για ακατάπαυστη κίνηση. Στο Murdeball κανείς δεν είχε δικαίωμα να σταματήσει εάν ο Μπιέλσα δεν σφύριζε τη λήξη…
Στόχος του Μπιέλσα ήταν η απόλυτη εφαρμογή του πρέσινγκ σε όλο το γήπεδο. Κάθε παίκτης έπρεπε να κυνηγάει τον αντίπαλό του μέχρι τις τουαλέτες. Το παιχνίδι διεξαγόταν σε ολιγόλεπτα, εξωφρενικής έντασης σετ (συνήθως 5-6 λεπτών), τα οποία επαναλαμβάνονταν μέχρι οι παίκτες να ξεπεράσουν τα (ανθρώπινα) όριά τους…
Οι νέοι που έρχονταν στην ομάδα πολύ γρήγορα καταλάβαιναν… πού είχαν έρθει. Ο Πάτρικ Μπάμφορντ είχε ομολογήσει ότι τις πρώτες φορές νόμιζε πως θα καταρρεύσει, ενώ ο Κάλβιν Φίλιπς είχε παραδεχτεί πώς όταν έφτανε το ματς του Σαββάτου, «μας φαινόταν πανεύκολο. Δεν μπορούσε καμία ομάδα να μας πιέσει όσο μας πίεζε ο Μπιέλσα την Τετάρτη».
Για τον Μπιέλσα, το Murderball ήταν μια ακόμα μέρα στη δουλειά. Θεωρούσε ότι οι παίκτες του ήταν υπερβολικοί και ότι η ένταση των προπονήσεων θα έπρεπε να ήταν τέτοια σε όλες τις ομάδες. Και δεν σταματούσε εκεί: Ζύγιζε τους ποδοσφαιριστές του καθημερινά, απαιτούσε ποσοστά λίπους κάτω από 10% και δεν συγχωρούσε την παραμικρή έκπτωση στην προσπάθεια.
Ήθελε παίκτες που έχοντας αγωνιστεί στα κόκκινα στις προπονήσεις θα μπορούν να σκέφτονται ορθολογικά υπό συνθήκες απόλυτης πίεσης. Όταν οι αντίπαλοι θα λύγιζαν στο 80ό λεπτό, αυτοί θα έβαζαν την μπάλα κάτω και θα έβγαζαν αντεπίθεση με πέντε παίκτες στην αντίπαλη περιοχή.
Στο τέλος της ημέρας, η ιστορία έγραψε ότι αυτή η διαβολική προπόνηση μετέτρεψε μια μέτρια ομάδα της Championship σε μια μηχανή που επέστρεψε στη μεγάλη κατηγορία μετά από 16 χρόνια, παίζοντας ποδόσφαιρο που μάγευε την Ευρώπη. Το Murderball δεν ήταν απλώς μια σκληρή προπόνηση. Ήταν μια μύηση στη θρησκεία του Μπιέλσα. Μια θρησκεία όπου ο ιδρώτας, ο πόνος και η εξάντληση είναι το μοναδικό εισιτήριο για την ποδοσφαιρική αθανασία…
