Ένα από τα βασικά στοιχεία της μυθολογίας του Μουντιάλ είναι ότι αυτά «αποφασίζουν» ποιοι ποδοσφαιριστές ανήκουν στους καλύτερους όλων των εποχών. Για παράδειγμα, το δίλημμα «Πελέ ή Μαραντόνα» δεν θα υπήρχε ποτέ αν δεν ήταν ανάμεσά τους τα κατορθώματά τους και η παρουσία τους στα Παγκόσμια Κύπελλα. Ο μεγάλος Γιόχαν Κρόιφ και ο τεράστιος Ζινεντίν Ζιντάν έγιναν μύθοι μέσω των Μουντιάλ: τα διασυλλογικά τους κατορθώματα δεν θα έφταναν. Ο Εμπαπέ αν σταματούσε σήμερα τη μπάλα δεν θα είχε να θυμάται τίποτα το ιδιαίτερο κανείς από αυτόν αν δεν υπήρχαν οι παρουσίες του στα Μουντιάλ, ενώ για τον Μέσι, στη συζήτηση περί GOAT, πάντα αιωρούταν ένα «ναι μεν αλλά» μέχρι να σηκώσει το τρόπαιο του 2022.
Μια τέτοια περίπτωση αναδύεται σε αυτό το Μουντιάλ. Ο Τζουντ Μπέλιγχαμ δεν πραγματοποιεί απλώς ένα σπουδαίο τουρνουά. Έχει πάρει την Αγγλία από το χέρι, την έχει σηκώσει από τον καναπέ των μόνιμων ψυχολογικών της προβλημάτων και την οδηγεί προς τη θεραπεία του διαχρονικού τραύματός της: την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, 60 χρόνια μετά την πρώτη και τελευταία φορά που το πέτυχε. Πρόκειται για τον άνθρωπο γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η διοργάνωση.
Απέναντι στη Νορβηγία, στα προημιτελικά, η Αγγλία βρέθηκε πίσω στο σκορ και έμοιαζε ξανά έτοιμη να φορέσει το γνώριμο κοστούμι του κόμπλεξ. Το deja vu εκατομμύρια Άγγλους έμοιαζε δυσβάσταχτο. Ο Μπέλιγχαμ, όμως, φαίνεται ότι δεν τα πολυκαταλαβαίνει όλα αυτά. Ισοφάρισε λίγο πριν από το ημίχρονο και χτύπησε ξανά στην παράταση, διαμορφώνοντας το 2-1 και στέλνοντας την Αγγλία στα ημιτελικά. Ήταν η δεύτερη συνεχόμενη αναμέτρηση στην οποία πέτυχε δύο γκολ, καθώς είχε προηγηθεί η μεγαλειώδης εμφάνισή του απέναντι στο Μεξικό. Στο ματς εκείνο σκόραρε επίσης δύο φορές, έκανε σωτήρια επέμβαση σχεδόν πάνω στη γραμμή και βοήθησε την Αγγλία, που έπαιζε με δέκα παίκτες από τις αρχές της επανάληψης, να επιβιώσει σε ένα ποδοσφαιρικό θρίλερ.

England’s Jude Bellingham celebrates after scoring his side’s second goal against Norway during the World Cup quarterfinal soccer match in Miami Gardens, Fla., Saturday, July 11, 2026. (AP Photo/Lynne Sladky)
Έξι γκολ στη διοργάνωση, τέσσερα στα νοκ άουτ παιχνίδια, δύο συνεχόμενες παραστάσεις στις οποίες δεν υπήρξε απλώς ο καλύτερος παίκτης της Αγγλίας, αλλά ο λόγος για τον οποίο η Αγγλία συνέχισε να υπάρχει στο τουρνουά. Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο ότι σκοράρει. Είναι ότι εμφανίζεται παντού. Ο Μπέλιγχαμ μπορεί να ξεκινήσει μία επίθεση, να πατήσει περιοχή για να την ολοκληρώσει και, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, να επιστρέψει στην άμυνα σαν παίκτης που μόλις μπήκε αλλαγή. Κερδίζει μονομαχίες, κουβαλάει την μπάλα, πιέζει, οργανώνει, φωνάζει, πανηγυρίζει και απαιτεί από τους συμπαίκτες του να ακολουθήσουν. Παίζει σαν δεκάρι, οκτάρι, αρχηγός, σκόρερ και προσωπικός ψυχολόγος ενός ολόκληρου έθνους.
Μάλλον αυτός είναι και ο λόγος που οι συγκρίσεις δεν περιορίζονται πλέον στους ποδοσφαιριστές της γενιάς του. Στην Αγγλία το όνομά του τοποθετείται ήδη δίπλα σε εκείνα του Μπόμπι Τσάρλτον και του Πολ Γκασκόιν. Έχει αναδειχθεί πολυτιμότερος παίκτης στους πέντε από τους έξι αγώνες της χώρας του και η παρουσία του χαρακτηρίζεται ως μία από τις σπουδαιότερες ατομικές πορείες Άγγλου ποδοσφαιριστή σε Μουντιάλ μετά το 1966.
Ο Γκάρι Λίνεκερ έφτασε ακόμη μακρύτερα, θέτοντας ανοιχτά το ερώτημα αν παρακολουθούμε ήδη τον κορυφαίο Άγγλο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών. Υπερβολή; Πιθανότατα. Πρόωρο; Ασφαλώς. Αλλά τα Μουντιάλ δεν υπήρξαν ποτέ χώροι ψύχραιμων συμπερασμάτων. Είναι οι διοργανώσεις στις οποίες ένα γκολ, μία ντρίμπλα ή μία εμφάνιση μπορούν να μετατρέψουν έναν εξαιρετικό παίκτη σε μύθο. Και ο Μπέλιγχαμ δεν προσπαθεί απλώς να γίνει μύθος. Συμπεριφέρεται σαν να γνωρίζει ήδη ότι θα γίνει.
Ο Μέσι εξακολουθεί να είναι ο Μέσι. Ο Εμπαπέ παραμένει ένα ποδοσφαιρικό όπλο μαζικής καταστροφής. Ο Χάαλαντ μπορεί να σκοράρει ακόμη και κατά λάθος. Όμως το Μουντιάλ δεν ανήκει πάντα στον καλύτερο παίκτη του κόσμου. Ανήκει σε εκείνον που επιβάλλει τη δική του ιστορία πάνω στη διοργάνωση. Και αυτή τη στιγμή η ιστορία γράφεται με αγγλική προφορά.
Η Αγγλία έχει μπροστά της τον Μέσι και την Αργεντινή, ενώ ακόμη και αν επιβιώσει, θα χρειαστεί μία τελευταία υπέρβαση στον τελικό κόντρα στις δυο καλύτερες ευρωπαϊκές ομάδες. Το μονοπάτι δεν εύκολο. Είναι «ιδανικό» για να κάνει τους Άγγλους να χάσουν την ψυχραιμία τους και να μείνουν ξανά με το «αχ». Μόνο που αυτή τη φορά έχουν κάποιον που δεν φαίνεται να φοβάται τίποτα και αυτό είναι η καθοριστική διαφοροποίηση με όλες τις υπόλοιπες φορές. Έχουν ένα παίκτη που πηγαίνει να το πάρει μόνος του.