Μεϊτέ στο Menshouse: «Αυτό το πρωτάθλημα με τον ΠΑΟΚ...»

Μίλαν, Μπενφίκα, ΠΑΟΚ. Κι από την άλλη: φτώχεια, το «τίποτα δεν είναι δεδομένο» και ο... Πελέ. Ο Σουαλιό Μεϊτέ μιλάει στο "M" για όλους και για όλα.

«Δεν θα είναι μία απλή συνέντευξη, θα είναι ένα life story και θα το διηγείσαι εσύ, είσαι ok;»

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

«Κανένα πρόβλημα. Απολαμβάνω τη ζωή μου». Αφοπλιστικά ειλικρινής, για περίπου 90 λεπτά της ώρας, ο Σουαλιό Μεϊτέ στάθηκε στα σημαντικότερα κεφάλαια της ζωής του. Σε όλα εκείνα που τον διαμόρφωσαν και τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα, σε όλα εκείνα που ήθελε να ρίξει «φως» για να πει τη δική του ιστορία. Όσα δεν έχει πει ποτέ.

Τον ρωτάω πως θα περιέγραφε τη ζωή του, ζητώντας μία απάντηση χωρίς να τη σκεφτεί γρήγορα: «Μου αρέσει να ζω, να τρώω καλό φαγητό, να χορεύω, να περνάω καλά. Είναι πράγματα που αποτελούν κομμάτι της αφρικανικής μου κουλτούρας». Γεννήθηκε στο Παρίσι στις 17 Μαρτίου του 1994, αλλά «όλη η οικογένειά μου κατάγεται από την Αφρική. Μεγάλωσα με αυτή την κουλτούρα, με το αφρικανικό φαγητό, τα αστεία, τη μουσική, τους χορούς. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μου».

Ο πατέρας του είχε το προσωνύμιο «Πελέ» και το ποδόσφαιρο κυλούσε στο DNA του χρόνια πριν καταλάβει και αποδεχθεί πως «αυτό θέλω να κάνω».

«Νομίζω όταν υπέγραψα στην Οσέρ, κατάλαβα ότι θέλω στη ζωή μου ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο. Την ημέρα που πήγα εκεί, η πρώτη ομάδα είχε αγώνα και μου είπαν: “Έλα να παρακολουθήσεις το παιχνίδι”. Κάθισα στην εξέδρα, είδα την ατμόσφαιρα, τους επαγγελματίες, το γήπεδο και εκείνη τη στιγμή, είπα στον εαυτό μου: “Αυτό είναι”».

«Είμαι η κλασική ιστορία του παιδιού με μία μπάλα στα πόδια. Ο πατέρας μου ήταν φανατικός οπαδός της Μίλαν. Μάλιστα, το παρατσούκλι του ήταν «Πελέ», γιατί όταν ήταν μικρός και έπαιζε ποδόσφαιρο με τον αδερφό του, όλοι τον φώναζαν έτσι. Μία μέρα ρώτησα τον θείο μου, γιατί τον αποκαλούν έτσι και μου είπε ότι ο πατέρας μου ήταν εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γίνει επαγγελματίας».

Για καλή του τύχη, η οικογένειά του δεν φοβήθηκε την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο. Κάθε άλλο: «Ο πατέρας μου αγαπούσε τόσο πολύ το ποδόσφαιρο, που πίστευε πως ίσως εγώ θα μπορούσα να πραγματοποιήσω το δικό του όνειρο. Τότε, έπαιζα σε μία ομάδα στο Παρίσι, σε έναν αγώνα ήρθαν σκάουτερ και με είδαν. Η Οσέρ μίλησε με τον πατέρα μου και του εξήγησαν ότι εκεί θα πηγαίνω σχολείο και θα παίζω και ποδόσφαιρο. Δεν το σκέφτηκε πολύ, είπε αμέσως “ναι”».

Εδώ η ιστορία δεν έχει μελόδραμα και φτώχεια, έχει δύο γονείς που δούλευαν πολύ για να μην λείψει τίποτα από τα παιδιά τους, στα όρια του δυνατού. «Δεν μεγάλωσα ως πλούσιος. Δεν θα έλεγα ότι ήμασταν φτωχοί, αλλά ήμασταν στα όρια. Δεν μας έλειπαν το φαγητό και τα βασικά, γιατί οι γονείς μου δούλευαν ασταμάτητα. Δεν πηγαίναμε διακοπές κάθε χρόνο, δεν είχα ακριβά δώρα γενεθλίων, ούτε πολυτελή ζωή. Είχα μία μπάλα και ήμουν ευτυχισμένος».

Είχε όμως παγίδες: «Όταν γίνεσαι επαγγελματίας και ξαφνικά ο μισθός σου πολλαπλασιάζεται επί τέσσερα ή επί έξι, όλα αλλάζουν. Εγώ την πέρασα αυτήν τη φάση. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθείς. Ήμουν ένα παιδί με καθαρή καρδιά, αθώος. Πίστευα ότι όλοι όσοι βρίσκονταν δίπλα μου ήταν εκεί επειδή με αγαπούσαν και όχι λόγω των χρημάτων ή της φήμης. Έτσι γνώρισα τον πραγματικό κόσμο του ποδοσφαίρου.

 Και η αλήθεια είναι πως ένιωσα ότι έχασα το δρόμο μου, όταν πήγα στη Λιλ. Στην Οσέρ ήμουν επαγγελματίας, αλλά με ένα νορμάλ συμβόλαιο. Η πόλη ήταν ήρεμη και μπορούσες εύκολα να αφοσιωθείς μόνο στο ποδόσφαιρο. Στη Λιλ όμως όλα ήταν διαφορετικά. Ήταν μια μεγάλη πόλη, γεμάτη ζωή. Είχα περισσότερα χρήματα και άρχισα να βγαίνω συνεχώς, να πηγαίνω σε εστιατόρια και νυχτερινά μαγαζιά, να αγοράζω αυτοκίνητα, ρολόγια και ακριβά ρούχα. Ήμουν νέος. Δεν ήξερα πώς να τα διαχειριστώ όλα αυτά. Αγόραζα ό,τι μου άρεσε, γιατί για μένα ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Κάποια στιγμή όμως όλο αυτό γύρισε εναντίον μου, μπούμερανγκ».

Αν μετανιώνει για εκείνη την περίοδο της ζωής του; «Όχι ιδιαίτερα. Ήμουν νέος και πιστεύω ότι ήταν καλύτερο να μου συμβούν όλα αυτά τότε. Φαντάσου να είχα μια καριέρα που πήγαινε μόνο ανοδικά και να έπαιρνα το μάθημά μου στα 30… Δεν ξέρω πώς θα το διαχειριζόμουν. Προτιμώ που τα έζησα στην αρχή της καριέρας μου».

Τα λάθη όμως είναι για τους ανθρώπους και απαγορεύεται να «λερώνουν» τα όνειρα: «Λόγω του πατέρα μου αγαπούσα τη Μίλαν. Όμως η ομάδα που πραγματικά λάτρευα ήταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ήταν η αγαπημένη μου ομάδα από μικρός. Όχι η Ρεάλ ή η Μπαρτσελόνα, αλλά η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Πίστευα ότι το αγωνιστικό μου στιλ ταίριαζε περισσότερο στην Premier League και έλεγα συνεχώς στον εαυτό μου ότι μια μέρα θα παίξω εκεί».

Τελικά δεν αγωνίστηκε ποτέ στην Αγγλία. Έπαιξε Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία και Πορτογαλία, αλλά λάτρεψε τη Serie A, εκεί που έκανε ένα οικογενειακό όνειρο πραγματικότητα, να φορέσει τη φανέλα της Μίλαν: «Όταν πήγα στην Τορίνο, ξεκίνησα εξαιρετικά. Έπαιζα πολύ καλά και στο τέλος της σεζόν υπήρξαν προτάσεις τόσο από τη Μίλαν όσο και από την Ίντερ. Εγώ ήθελα περισσότερο τη Μίλαν.

Ο Πάολο Μαλντίνι ήταν εκεί και ήταν από τους ανθρώπους που ήθελαν πολύ να πάω στη Μίλαν. Όμως ο πρόεδρος της Τορίνο μπλόκαρε τη μεταγραφή. Είχαμε κάνει εξαιρετική χρονιά και ήθελε να κρατήσει την ομάδα ενωμένη. Δεν άφησε σχεδόν κανέναν να φύγει. Αυτό είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που με στενοχωρεί όταν κοιτάζω πίσω. Γιατί αργότερα πήγα στη Μίλαν μόνο ως δανεικός για λίγους μήνες. Αν είχα υπογράψει τότε κανονικό συμβόλαιο, θα έμενα τέσσερα ή πέντε χρόνια και θα είχα την ευκαιρία να δείξω πολλά περισσότερα.

Παρ’ όλ’ αυτά, είμαι πολύ περήφανος που φόρεσα αυτή τη φανέλα. Όταν είσαι παιδί, μοιάζει με όνειρο. Όταν όμως το ζεις πραγματικά, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν τρελάθηκα επειδή έπαιξα στη Μίλαν, αλλά ένιωσα τεράστια ικανοποίηση. Είπα στον εαυτό μου: “Τα κατάφερες. Πραγματοποίησες το όνειρό σου”».

Η Μπενφίκα μπήκε στη ζωή του Μεϊτέ με έναν ανορθόδοξο τρόπο και πλέον τολμά και μιλάει ανοιχτά για όλα: «Από την πρώτη στιγμή τα πράγματα ξεκίνησαν λάθος. Είχα μιλήσει με τον αθλητικό διευθυντή, ο οποίος μου είπε: “Θέλω πολύ να έρθεις. Ο προπονητής σε θέλει, σε υπολογίζει και θα παίξεις”. Όταν όμως έφτασα στην Μπενφίκα, ο προπονητής δεν ήξερε καν ποιος ήμουν. Με ρώτησε ακόμη και σε ποια θέση αγωνίζομαι. Αργότερα κατάλαβα τι είχε συμβεί. Εκεί συνειδητοποίησα ότι ο αθλητικός διευθυντής και ο προπονητής δεν είχαν καθόλου καλή σχέση μεταξύ τους. Ο προπονητής ήθελε να επιβάλει τις δικές του επιλογές. Έτσι, σχεδόν όλοι οι παίκτες που έφερνε ο αθλητικός διευθυντής δεν έπαιζαν.

 Κάποια στιγμή, μέσα στη σεζόν, ο προπονητής μου είπε ότι του άρεσε πολύ ο τρόπος που είχα αγωνιστεί απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Του απάντησα: “Την πρώτη μέρα με ρωτούσες σε ποια θέση παίζω και τώρα μου λες ότι σου άρεσε ο τρόπος που έπαιξα απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ;”. Του εξήγησα ότι εγώ δεν είχα καμία σχέση με όσα συνέβαιναν ανάμεσα σε εκείνον και τον αθλητικό διευθυντή. Είχα πάει εκεί μόνο για να παίξω ποδόσφαιρο. Εκείνος ήταν ειλικρινής μαζί μου. Μου είπε ξεκάθαρα: “Εγώ δεν ήθελα να έρθεις”. Από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα».

Και κάπως έτσι μπήκε στη ζωή του ο ΠΑΟΚ. «Δεν ξέρω πώς ακριβώς προέκυψε. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ήμουν στην Μπενφίκα και έψαχνα μια ομάδα για να πάω δανεικός, ώστε να παίξω. Εκείνη την περίοδο είχα πίσω μου ομάδες, όπως η Μίλαν και η Μπενφίκα, αλλά δυστυχώς είχα έναν πραγματικά κακό ατζέντη. Δεν δούλευε. Απλώς περίμενε να χτυπήσει το τηλέφωνο και να τον πάρει κάποιος. Κι εγώ περίμενα… περίμενα… περίμενα… Μέχρι που φτάσαμε στην τελευταία εβδομάδα των μεταγραφών. Τότε εμφανίστηκε ο ΠΑΟΚ. Ήθελα απλά να παίξω, να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Έτσι αποφάσισα να έρθω.

 Θυμάμαι ότι στην πρώτη προπόνηση, είδα τους παίκτες και είπα μέσα μου: “Αυτή η ομάδα είναι πραγματικά καλή”. Όταν είδα τον Τάισον, τον Ζίβκοβιτς, τον Κωνσταντέλια, τον Μπάμπα… Ήξερα ήδη τον Αντρέ, αλλά όταν είδα όλους τους υπόλοιπους σκέφτηκα: “Είναι πολύ καλοί ποδοσφαιριστές”. Μάλιστα αναρωτήθηκα: “Πώς γίνεται όλοι αυτοί οι παίκτες να βρίσκονται εδώ;”. Γιατί η εικόνα που είχα ήταν διαφορετική. Ήξερα ότι ο ΠΑΟΚ την προηγούμενη χρονιά είχε τερματίσει τέταρτος και σκέφτηκα: “Αν ο τέταρτος έχει τόσο καλούς παίκτες, τότε πόσο δυνατές θα είναι οι υπόλοιπες ομάδες;”. Τότε κατάλαβα ότι μπορούσαμε να πετύχουμε κάτι σημαντικό. Μετά τα πρώτα παιχνίδια απέναντι στον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ και τον Παναθηναϊκό είπα: “Ναι, είναι καλές ομάδες, αλλά κι εμείς μπορούμε”. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία».

Η μέρα που υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο παραμένει η Νο1 στιγμή της καριέρας του, αλλά όπως λέει: «Πλέον θα έβαζα στην ίδια κατηγορία και την κατάκτηση του πρωταθλήματος με τον ΠΑΟΚ».

Κάτι ακόμη που δεν ξέρουν πολλοί για εκείνον είναι πως πριν από το πρώτο παιχνίδι της καριέρας του, τραυματίστηκε την προηγούμενη ημέρα ακριβώς: «Έμεινα εκτός για τρεις ή τέσσερις μήνες. Ήταν πολύ δύσκολο, είχα δουλέψει σκληρά όλο το καλοκαίρι, είχα ξεκινήσει εξαιρετικά τη σεζόν και ακριβώς τη στιγμή που θα έπαιρνα την ευκαιρία μου… ήρθε ο τραυματισμός. Άκουγα ακόμη και ανθρώπους να λένε ότι δεν με υπολογίζουν πλέον εξαιτίας του τραυματισμού. Εκείνη την περίοδο η οικογένειά μου ήταν τα πάντα για μένα. Έβλεπαν πόσο στενοχωρημένος ήμουν και προσπαθούσαν συνεχώς να μου δώσουν δύναμη. Μου έλεγαν: “Θα επιστρέψεις. Μην ανησυχείς”. Αυτό μου έδωσε τεράστιο κίνητρο. Θυμάμαι ότι οι γιατροί έλεγαν πως περίπου το 90% των ποδοσφαιριστών με τον συγκεκριμένο τραυματισμό δεν επιστρέφουν ποτέ στο ίδιο επίπεδο. Εγώ όμως είπα μέσα μου: “Ωραία. Τότε εγώ θα ανήκω στο 10%”. Δούλεψα βήμα-βήμα, επέστρεψα πιο δυνατός από ποτέ και μέσα σε λίγους μήνες κατάφερα να πάρω μεταγραφή».

Απόλυτα ειλικρινής και στην απάντηση για το αν ο κόσμος καταλαβαίνει τη «βρόμικη» δουλειά που ρίχνει ένας αμυντικός χαφ στο γήπεδο: «Έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Ο κόσμος βλέπει κυρίως αυτούς που σκοράρουν ή μοιράζουν ασίστ. Δεν προσέχει τόσο εκείνους που κάνουν όλη τη δουλειά από πίσω. Εγώ χρησιμοποιώ πάντα ένα παράδειγμα. Όλοι θαυμάζουν τον Πύργο του Άιφελ, όταν τον βλέπουν φωτισμένο. Κανείς όμως δεν σκέφτεται τα θεμέλιά του. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα θεμέλια, ο Πύργος θα κατέρρεε. Εγώ νιώθω πως είμαι ένα κομμάτι αυτών των θεμελίων. Οι υπόλοιποι παίκτες, όπως ο Τάισον, ο Ζίβκοβιτς ή ο Κωνσταντέλιας, βρίσκονται περισσότερο στα φώτα της δημοσιότητας. Κάποιος όμως πρέπει να κάνει και τη δουλειά που δεν φαίνεται. Στην Ελλάδα ίσως ο κόσμος να μην εκτιμά τόσο πολύ αυτό το κομμάτι του παιχνιδιού. Είμαι σίγουρος ότι αν πέρσι, αντί για τρία γκολ, είχα σκοράρει οκτώ ή δέκα, τότε όλοι θα μιλούσαν πολύ διαφορετικά για μένα, παρότι θα έκανα ακριβώς την ίδια δουλειά μέσα στο γήπεδο».

Μιλώντας επί προσωπικού λατρεύει τη μουσική. Σε ένα παράλληλο σύμπαν, αν δεν ήταν ποδοσφαιριστής, θα ήταν τραγουδιστής ενώ δεν διαπραγματεύεται τις έννοιες «αγάπη» και «σεβασμός» για τους γονείς του.

Θα ήθελε να δει τον γιο του να βαδίζει στα χνάρια του, αν και ο ίδιος σκοπεύει να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις μετά το τέλος της καριέρας του. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει, δυσκολεύεται μέχρι και σήμερα να εμπιστευθεί τους ανθρώπους του χώρου και πορεύεται πάντα με ένα μότο στη ζωή του:

 «Να εκτιμάς όσα έχεις και να μην θεωρείς τίποτα δεδομένο».