Καθώς η ώρα στο Παρκ Αστρίντ των Βρυξελλών προχωρούσε και ήταν πια ολοφάνερο πως ο ΠΑΟΚ δεν θα προχωρούσε στο Europa League, στα social media διάβαζε κανείς διάφορα σχόλια θαυμασμού για τον τρόπο παιχνιδιού της Άντερλεχτ, για ορισμένους εκ των παικτών της. Ντανίλο Σικάν και Λούκας Άμπρος είχαν την τιμητική τους. «Μα καλά, δεν μπορούν και οι ελληνικές ομάδες να πάρουν τέτοιους παίκτες;», τέθηκε το ερώτημα.
Η απάντηση είναι απλή. Μπορούν και παραμπορούν. Δεν είναι άλλωστε πως ήταν απλησίαστοι οικονομικά. Στα 4 εκατ. ευρώ έφτασε το κόστος της μεταγραφής του πρώτου (από την Τραμπζονσπόρ) και στα 5, του δεύτερου (από την Γκόρνικ Ζάρμπζε). Αλλά τη διαφορά την κάνει το πλαίσιο. Και εξηγούμαστε.
Ο Σικάν αποκτήθηκε από τους Μωβ πέρυσι τον Ιανουάριο. Κατέφτασε εντελώς ανέτοιμος, εκτός ρυθμού, κουβαλώντας ένα πρόβλημα τραυματισμού και όντας παροπλισμένος στην πρώην ομάδα του. Οι πρώτες του εμφανίσεις ήταν αποκαρδιωτικές. Πόσο μάλλον καθώς βρέθηκε σε μια ομάδα που εκείνη την περίοδο υπολειτουργούσε, χωρίς ίχνος θετικής ψυχολογίας, χωρίς ουσιαστική καθοδήγηση. Πόσο εύκολο θα ήταν να είχε «καεί» τότε ο Ουκρανός επιθετικός. Να βγουν «τελεσίδικα» συμπεράσματα για την αξία του, ότι δεν μπορεί το παλικάρι και πάει λέγοντας. Όμως το κλαμπ των Βρυξελλών τον στήριξε σε όλα τα επίπεδα και πλέον άρχισε να απολαμβάνει τα οφέλη, με γκολάρες όπως το 3ο κόντρα στον ΠΑΟΚ, χθες, να γίνονται υλικό για highlight.
Ο Άμπρος, επίσης. Ο παλιόφιλός μας, Μίχαλ Ζεβλάκοφ, άλλοτε παίκτης του Ολυμπιακού αλλά και της Άντερλεχτ, είχε δηλώσει στον βελγικό Τύπο που αναζητούσε εσωτερική πληροφόρηση για τι και πώς του 22χρονου Τσέχου όταν ανακοινώθηκε, φέτος, η μεταγραφή: «Κάνει τα πάντα τίμια, αλλά δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο». Αν οι Μωβ είχαν μείνει σε μία τέτοια προσέγγιση ή στο ότι νωρίτερα ο Άμπρος είχε περάσει δίχως να ακουμπήσει από τη Γερμανία (Βόλφσμπουργκ, Φράιμπουργκ) δεν θα είχαν προχωρήσει ποτέ στη μεταγραφή. Και θα είχαν χάσει έτσι έναν παίκτη που το βλέπεις με τη μία, έχει ένα «κάτι» πολύ πάνω από το μέσο όρο. Τεχνική, φινέτσα, δημιουργικότητα, αντίληψη. Εντυπωσιακά τα πρώτα του δείγματα.
Να λοιπόν η ουσία των πραγμάτων και αυτό που διδάσκει η Άντερλεχτ τον ΠΑΟΚ αλλά και άλλες εν Ελλάδι ομάδες. Την αρετή και την αξία της υπομονής πέρα και παράλληλα με την τεχνογνωσία. Έπαθε πολλά στραπάτσα τα τελευταία χρόνια, ανήκουστα για τα στάνταρ της, έμεινε πίσω από Κλαμπ Μπριζ και Ουνιόν Σεν Ζιλουάζ, όμως έκανε την αυτοκριτική της και τώρα δείχνει να επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο με στόχο σε 2-3 χρόνια να φτάσει και να ξεπεράσει τον ανταγωνισμό και να γίνει ξανά το νο1 στη χώρα της.
Ακούμε συχνά πως «εδώ είναι Ελλάδα, δεν γίνονται αυτά, έτσι είναι η φτιάξη μας». Μπορεί να είναι και έτσι, να μην αλλάζει δηλαδή η νοοτροπία. Όμως μετά μην παραπονιόμαστε για τέτοιους ευρωπαϊκούς αποκλεισμούς…
Έρχονται πολλοί καλοί παίκτες στα μέρη μας, μην είμαστε ισοπεδωτικοί χωρίς λόγο. Εντοπίζονται δηλαδή ευκαιρίες και προοπτικές σε μεταγραφικό επίπεδο. Όμως για να αξιοποιούνται και σωστά θα πρέπει να βρίσκονται σε ένα περιβάλλον που ευνοεί, αγωνιστικά και ανθρώπινα, την ανάδειξη των καλών χαρακτηριστικών τους, καμουφλάροντας παράλληλα τις αδυναμίες τους. Είναι μια διττή και σύνθετη διαδικασία, είναι όμως απαραίτητη και εν τέλει μπορεί να κρίνει πρόσημα ολόκληρων σεζόν.
