Μέχρι τα 18 του, η καθημερινή ρουτίνα του απείχε παρασάγγας από εκείνη ενός ποδοσφαιριστή που προετοιμάζεται για καριέρα στο υψηλότερο επίπεδο. Ο Ρούμπεν Βάργκας ξυπνούσε νωρίς το πρωί, έπιανε δουλειά στις 8.00 και για τις επόμενες 8-9 ώρες έβαφε σπίτια! Όταν τελείωνε, άλλαζε ρούχα και πήγαινε για προπόνηση στη Λουκέρνη.
Έκανε τη δουλειά του ελαιοχρωματιστή για τρία χρόνια, από τα 16 έως τα 18.
«Ήταν μία από τις σημαντικότερες περιόδους της ζωής μου. Είδα πώς είναι η άλλη ζωή. Μου έδωσε τεράστιο κίνητρο να δώσω τα πάντα για να πετύχω ως ποδοσφαιριστής. Μετά την προπόνηση, έτρωγα κάτι και κοιμόμουν αμέσως γιατί ήμουν εξουθενωμένος. Και την άλλη μέρα, πάλι από την αρχή…», έχει δηλώσει ο Ελβετός εξτρέμ, που βρίσκεται στο στόχαστρο του Ολυμπιακού. Σήμερα, στα 28 του, μάλλον δεν θα χρειαστεί να επιστρέψει στις οικοδομές…
Πλέον, έχει πίσω του περισσότερα από 150 παιχνίδια στην Μπουντεσλίγκα, εμπειρία από τη Λα Λίγκα και από τέσσερις μεγάλες διοργανώσεις με την Εθνική Ελβετίας. Είναι ο Νο.1 στόχος στη μεταγραφική λίστα του Ολυμπιακού, ο οποίος προσφέρει περίπου 12 εκατ. ευρώ, τρία λιγότερα (για την ώρα) απ’ όσα αξιώνουν οι Ανδαλουσιανοί. Ο ίδιος ο Βάργκας έχει ήδη γνωστοποιήσει στους Ανδαλουσιανούς την επιθυμία του να αποχωρήσει και οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη.
Ο παίκτης που ενδέχεται να αποτελέσει μία από τις ακριβότερες μεταγραφές στην ιστορία του Ολυμπιακού έπαιξε ποδόσφαιρο μάλλον κατά… τύχη.
Γιατί η πρώτη μπάλα με την οποία απέκτησε ιδιαίτερη σχέση ο Ρούμπεν Βάργκας δεν ήταν ασπρόμαυρη και δεν προοριζόταν για κλωτσιές. Ο πατέρας του, Βίκτορ, κατάγεται από τη Δομινικανή Δημοκρατία, μια χώρα όπου το μπέιζμπολ πλησιάζει σε δημοφιλία τα όρια της θρησκείας, και αυτό ήταν το άθλημα στο οποίο μυήθηκε αρχικά ο μικρός Ρούμπεν.
Στα νιάτα του ο Βίκτορ Βάργκας έπαιζε μπέιζμπολ, ενώ αργότερα έγινε προπονητής γκολφ. Ο μικρός Βάργκας ασχολήθηκε και με τα δύο αθλήματα, αλλά φοιτώντας σε ελβετικό σχολείο – εκεί γεννήθηκε από Ελβετίδα μητέρα – αγάπησε το ποδόσφαιρο.
Πάντως, τον αθλητισμό τον είχε στο αίμα του και από το άλλο οικογενειακό δέντρο. Η μητέρα του υπήρξε δεινή αθλήτρια του μπέιζμπολ, με συμμετοχή σε ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Δοκίμασε και από αυτό, αλλά κάποια στιγμή χρειάστηκε να επιλέξει. Και όπως έχει παραδεχθεί, το δυσκολότερο δεν ήταν η απόφαση, αλλά να πει στον πατέρα του ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει το μπέιζμπολ για να ακολουθήσει το σπορ με το οποίο κόλλησε στο προαύλιο του σχολείου.
Ακόμη κι όταν έκανε την επιλογή, πάντως, τίποτα δεν προδίκαζε ότι θα πετύχει. Μάλλον το αντίθετο. Η εξέλιξη του ήταν χρονοβόρα. Ήταν μικρόσωμος για την ηλικία του και η σωματική του ανάπτυξη ήρθε αργότερα από των συνομηλίκων του. Οι αντίπαλοί του ήταν πιο δυνατοί, ο ίδιος δεν έπαιζε όσο θα ήθελε και οι ελβετικές μικρές εθνικές ομάδες τον αγνοούσαν. Η πρώτη κλήση του ήρθε μόλις στην U20.
Στα 16 του λοιπόν, αντί να περιμένει ότι το ποδόσφαιρο θα τον αποκαταστήσει επαγγελματικά, πήγε να μάθει μια δουλειά. Μάθε τέχνη και άστηνε… που λένε.
Δεν σταμάτησε όμως να προσπαθεί για το καλύτερο και να ζει μια διπλή ζωή. Το πρωί (πιστοποιημένος) ελαιοχρωματιστής, το βράδυ ποδοσφαιριστής. Για σχολείο ούτε λόγος, οι οικονομικές ανάγκες στην οικογένεια ήταν μεγάλες.
Κι έτσι, η συνέχεια δικαίωσε περισσότερο την… επιμονή του παρά τις πρώτες εκτιμήσεις των scouts. Στα 19 του, η Λουκέρνη τον προώθησε στην πρώτη ομάδα και έκτοτε η εξέλιξη έως το επόμενο επίπεδο ήταν ραγδαία. Μόλις στη δεύτερη σεζόν του στο ελβετικό πρωτάθλημα και σε ηλικία 20 ετών, είχε 8 γκολ και ισάριθμες ασίστ σε 31 συμμετοχές. Το αριστερό του πόδι κένταγε, ενώ ο συνδυασμός τεχνικής κατάρτισης, ταχύτητας και εκρηκτικότητας ήταν δυσεύρετα σε αυτή την ηλικία. Ξαφνικά, η ελβετική λίγκα ήταν μικρή για να τον χωρέσει, το καλοκαίρι του 2019 μεταγράφηκε στην Άουγκσμπουργκ. Την ίδια χρονιά ήρθε η πρόκληση στην Εθνική Ανδρών της Ελβετίας.
Στην Μπουντεσλίγκα ο Βάργκας έμεινε εκεί για πεντέμισι χρόνια. Σε 161 συμμετοχές πέτυχε 23 γκολ και μοίρασε 19 ασίστ, αλλά τα νούμερα δεν αποτυπώνουν τη συνολική προσφορά του στο επιθετικό παιχνίδι. Παίκτης που μπορεί να αγωνιστεί και στις δύο πλευρές, να κινηθεί πίσω από τον φορ ή σε περίπτωση ανάγκης να παίξει σαν κρυφός επιθετικός, κάτι σαν ψευτοεννιάρι. Δεν χρειάζεται μια ομάδα να προσαρμόσει το παιχνίδι της πάνω του, εκείνος προσαρμόζεται σε κάθε στιλ και διάταξη.
Δεν πρόκειται για έναν κλασικό εξτρέμ που περιμένει την μπάλα στη γραμμή. Παίζει και στις δύο πτέρυγες, συγκλίνει, κινείται ανάμεσα στις γραμμές, κουβαλάει μπάλα, πηγαίνει στο ένας εναντίον ενός. Η ευχέρειά του να υπηρετεί διαφορετικούς ρόλους τον έβαλε στο στόχαστρο της Σεβίλλης το καλοκαίρι του 2025 και τον έκανε τόσο χρήσιμο στην Εθνική Ελβετίας, όπου έχει 13 γκολ και 12 ασίστ σε 67 συμμετοχές. Στο Μουντιάλ του καλοκαιριού ήταν βασικός σε τρία παιχνίδια και έπαιξε αλλαγή σε ισάριθμα. Πέτυχε δύο γκολ (με Βοσνία και Κανάδα) και μοίρασε μία ασίστ, ενώ έκανε εξαιρετική δουλειά στο νοκ-άουτ με την Αλγερία και σκόραρε το πέναλτι με το οποίο η «Νάτι» απέκλεισε την Κολομβία.
Αν δεν είχε και τόσους τραυματισμούς – ο μοναδικός αστερίσκος που συνοδεύει την καριέρα του – λογικά θα είχε σπίτι του τη φανέλα του βασικού.
Ήδη στην Άουγκσμπουργκ είχε ταλαιπωρηθεί από προβλήματα στον αστράγαλο και στους προσαγωγούς, ενώ πέρσι έχασε 16 ματς πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη με μυϊκούς τραυματισμούς στους μηρούς. Περιορίστηκε σε 24 συμμετοχές στη La Liga, μετρώντας 3 γκολ και 6 ασίστ. Είχε ξεκινήσει φουριόζος, αφού τα 3 γκολ και 4 από τις ασίστ του τις είχε στις 13 πρώτες αγωνιστικές, προτού τραυματιστεί.
Η ποιότητά του όμως δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν πανέτοιμος να συμβάλει για την πρόκριση της ομάδας έως τους «8» της διοργάνωσης και πλέον είναι υποψήφιος να γίνει η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Αν ο Ολυμπιακός αποδεχτεί πλήρως τις αξιώσεις της Σεβίλλης, το ποσό μεταγραφής θα ξεπεράσει αυτό των Ζλάτκο Ζάχοβιτς (13,5 εκατ. ευρώ σε σημερινή χρήματα) και Ζιοβάνι (12 εκατ.). Το βέβαιο είναι ότι ο Βάργκας θα τοποθετηθεί στο top-3.
Όχι και άσχημα για έναν παίκτη που άκουγε μόνο για συμπαίκτες και αντιπάλους τη φράση «wonderkid» και που έμαθε την τέχνη του… πινέλου, προτού μάθει να ζωγραφίζει στους αγωνιστικούς χώρους.