Το αποφεύγει εδώ και χρόνια.
Θέλει άμεσα και γρήγορα αποτελέσματα.
Ψάχνει πάντα την εύκολη λύση.
Ο Άρης της νέας εποχής, ήτοι η ομάδα που ανέβηκε από την Γ’ και Β’ εθνική κατηγορία, έχει μάθει να ζει και να πορεύεται με ευκαιρίες και έξυπνες λύσεις. Κόντρα στους «Rich 4» η διοίκηση Καρυπίδη κατάφερε σε πολλές περιπτώσεις να κερδίσει τις εντυπώσεις, να τερματίσει ψηλά και να «τσιμπήσει» ευρωπαϊκά εισιτήρια, επιλέγοντας μάλιστα παίκτες που δεν κοστίζουν… μισό ΑΕΠ χώρας των Βαλκανίων.
Αντ’ αυτού, να κάνει «μπάσιμο» είτε σε αζήτητα «λαυράκια», είτε σε παιχταράδες που παρέμεναν (για διάφορους λόγους) στο περιθώριο από τις ομάδες τους.
Η ατάκα «που τον βρήκε αυτόν τον παιχταρά ο Καρυπίδης ρε;» συνοδευόμενη από το «εμείς γιατί δεν έχουμε έναν… Μορόν και πετάμε τόσα λεφτά στον τάδε και στον δείνα;» έχει χιλιοειπωθεί από οπαδούς όλων των ομάδων. Αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν. Όμως κάθε νέα σεζόν βρίσκει τους κιτρινόμαυρους να σβήνουν και να αρχίζουν από το μηδέν.
Είναι εμφανές πως το κομμάτι της υπομονής και επιμονής σε ποδοσφαιριστές του ρόστερ δεν είναι από τα αγαπημένα για την ομάδα της Θεσσαλονίκης.
Άλλες σεζόν το σύνολο φαίνεται αδύναμο στο κέντρο, άλλες στα εξτρέμ, άλλες στα στόπερ και, μέχρι πριν μια τριετία, στον φορ. Έχουν περάσει από την ομάδα εκατοντάδες ποδοσφαιριστές, που έκαναν και με το παραπάνω την δουλειά, όμως ολοκλήρωσαν γρήγορα τον κύκλο τους στον σύλλογο και ο ίδιος ο οργανισμός έκρινε πως χρειάζεται μια ανανέωση. Κανείς όμως δεν στέριωσε για πάνω από δύο-τρεις σεζόν με ευκολία. Εδώ είναι που εντοπίζεται και το σοβαρό ζήτημα για τον Άρη.
Για να το εξηγήσουμε θα λάβουμε υπόψιν τα «τελειώματα» των αγωνιστικών σεζόν. Στον Άρη το μοτίβο έχει ως εξής:
Ξεκίνημα με αρκετές μεταγραφές
Αλλαγή προπονητών
Ανάδειξη «λαγών από το καπέλο»
Απαξίωση
Αγωνιστική κάμψη
Απώλεια πρώτων στόχων
Και έπειτα…
Μίνι σταθερότητα
Βαθμολογικό ντεμαράζ και έξοδος στην Ευρώπη (εκτός από την περασμένη σεζόν, που δεν αρκούσε).
Πως ερμηνεύεται όμως η παραπάνω αλληλουχία;
Ο Άρης στερείται υπομονής και ομοιογένειας. Στερείται δεύτερων ευκαιριών και δοκιμών πάνω σε παίκτες που έχει ήδη στα χέρια του.
Ένας σημαντικός παράγοντας που αναγκάζει τις περισσότερες ομάδες του κόσμου να κρατούν «μέτριους» ποδοσφαιριστές στο ρόστερ τους είναι η επένδυση στον εγκλιματισμό του παίκτη. Δίνοντας δηλαδή χρόνο και παιχνίδια σε έναν παίκτη.
Στην εμπειρία του μέσα στην «οικογένεια» του club και στην επικοινωνία που θα χτιστεί με τους γύρω του, η οποία θα μετουσιωθεί σε περαιτέρω βελτίωση της αγωνιστικής χημείας… εν καιρώ.
Όταν όμως βιάζεσαι για αποτελέσματα και πιέζεσαι για επιτυχίες δεν μπορείς να παρέχεις αρκετή πίστωση χρόνου.
Έχουμε δει μεγάλα ονόματα να έρχονται στους κιτρινόμαυρους και να μην πείθουν στα πρώτα τους παιχνίδια. Αμέσως η «στάμπα» της αποτυχημένης μεταγραφής τους συνοδεύει, από τα πρώτα δευτερόλεπτα της παρουσίας τους στον αγωνιστικό χώρο, έπειτα περιθωριοποιούνται και, τέλος, αντικαθίστανται.
Αντιστρόφως, παρατηρούνται και περιπτώσεις παικτών που καταφέρνουν να πείσουν με το «καλημέρα», όμως σημείωσαν μια σειρά από κακές ή μέτριες εμφανίσεις και απομακρύνθηκαν απότομα (ή και λανθασμένα).
Αφορμή για το κείμενο η περίπτωση του Λορέν Μορόν.
Ο Ισπανός αποτέλεσε εγγύηση στο σκοράρισμα για δύο διαδοχικές σεζόν, με ρεκόρ τερμάτων και συμμετοχών, θετικές εντυπώσεις και λατρεία από τον κόσμο της ομάδας.
Έπειτα… λήθη!
Μία κακή σεζόν από τον Ανδαλουσιάνο (η περσινή) ήταν ικανή να τον θέσει στο περιθώριο και να τον αναγκάζει να μάχεται για μια ευκαιρία στην ενδεκάδα. Ποιος… ο Μορόν.
228 μέρες από το τελευταίο του τέρμα ο επιθετικός του Άρη επανέρχεται στον πίνακα των σκόρερ απέναντι στην Τρίπολη.
Πάμε ξανά… 228 μέρες.
Ποιος; Ο Μορόν…
Κανείς δεν αμφισβητεί πως ο Ισπανός δεν στέριωσε ούτε με Ουζουνίδη, ούτε με Χιμένεθ, ενώ το ίδιο δείχνει πως συμβαίνει και με Γρηγορίου, όμως, και πάλι, μας κακοφαίνεται όλο αυτό, γιατί άπαντες γνωρίζουν πως πρόκειται για Ελίτ επιθετικό.
Ένα ρόστερ δεν μπορεί να αποτελείται μόνο από παίκτες με ίδια στοιχεία και απαιτήσεις. Μια ομάδα, η οποία, υποθετικά πάντα, κάνει πρωταθλητισμό και αγωνίζεται σε τρεις διοργανώσεις, εκτός από πλήθος θέλει και ποικιλία.
Το να αγωνίζεται ένας προπονητής με πρέσσινγκ ψηλά, τρεξίματα και εντάσεις δεν σημαίνει πως δε θα υπάρξουν και ματς που ο αντίπαλος θα κλειστεί στο «κουτί» του και θα αμυνθεί μαζικά. Εκεί λοιπόν θες έναν «κίλερ», ο οποίος θα βρει τρόπο την μισή φάση να στην μετουσιώσει σε γκολ.
Ο Μορόν είναι ιδανικός για κάτι τέτοιο…
Για να μην το επικεντρώσουμε όμως στον Λορέν, υπάρχουν και υπήρξαν πολλοί παίκτες, οι οποίοι είχαν χρήση στην ομάδα, όμως έφυγαν βιαστικά και σε πολλές περιπτώσεις το ρόστερ έμεινε «ορφανό» σε συγκεκριμένες θέσεις. Μάλιστα, οι παίκτες που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη ήθελαν χρόνο προσαρμογής και η ομάδα πλήρωσε αυτό το «φύγε – έλα» με αποκλεισμούς και αχρείαστες γκέλες, την ώρα που θα μπορούσε να έχει διαθέσιμους «παλιούς» για να κάνουν την δουλειά.
Το ίδιον της ομάδας που πετυχαίνει είναι η ομοιογένεια και η συνύπαρξη παικτών που βρίσκονται πολλά χρόνια στο ρόστερ. Αν θες να πετύχεις πρέπει να χτίσεις «φουρνιές» παικτών (αναφερόμαστε σε ποδοσφαιριστές με περισσότερα από 5-6 χρόνια παρουσίας στην ομάδα) γαρνίροντας τους με νέο ταλέντο κάθε χρόνο.
Ο Άρης σε αυτό το κομμάτι κινείται διαφορετικά. Εκείνους που δείχνουν να μην του «κάνουν» για λίγο διάστημα ψάχνει τρόπους να τους αντικαταστήσει και να διορθώσει κάτι που ίσως και να μην επιδέχεται διόρθωσης.
Για να επανέλθουμε στον Μορόν, ο Ισπανός έδειξε για άλλη μια φορά πως έχει χρήση στην ομάδα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βάλει και εκείνος νερό στο κρασί του και να αποδεχθεί τον νέο ρόλο που του αναλογεί, με ρεαλισμό για την αλλαγή στυλ παιχνιδιού που διέπει τους κιτρινόμαυρους, οι οποίοι πλέον τρέχουν και πιέζουν σε αυξημένες ταχύτητες και διάρκεια, αρκετά μακριά από τα γούστα του Ισπανού.
Αν τα βρουν σε αυτό και δημιουργηθεί η χρυσή συνταγή, όλα δείχνουν πως θα είναι πιο απλά και εύκολα και ο Μορόν μπορεί να αποτελέσει μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες στον Άρη και μάλιστα να κλείσει την καριέρα του στον σύλλογο με τον καλύτερο τρόπο.
Η συνέχεια θα φανεί στο γήπεδο…
