Στις 24 Σεπτεμβρίου ξεκινάει η νέα Ευρωλίγκα και το διήμερο 26-27/09 Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός θα διεκδικήσουν (μαζί με ΑΕΚ και ΠΑΟΚ) το Σούπερ Καπ στη Ρόδο. Οι «ερυθρόλευκοι» όμως οφείλουν να είναι έτοιμοι νωρίτερα, καθώς στις 18 του μήνα παίζουν στον ημιτελικό του νεοσύστατου Super Cup της Euroleague με τη Φενερμπαχτσέ στο Αμπού Ντάμπι (και αν νικήσουν με τον νικητή του Ρεάλ – Ντουμπάι μία ημέρα αργότερα).
Μπορεί να είναι (υπερβολικά) νωρίς ακόμα για συμπεράσματα, ωστόσο τα τέσσερα φιλικά που έχουν δώσει οι πρωταθλητές Ευρώπης έχουν αφήσει τα πρώτα δείγματα γραφής για τη μορφή που θα έχει ο νέος Ολυμπιακός και για το βαθμό ετοιμότητάς του.
Η μία από τις αλλαγές στο ρόστερ ήταν δομική αυτό το καλοκαίρι, αφού τα «κλειδιά» της ομάδας πέρασαν από τα χέρια του Τόμας Ουόκαπ σε αυτά των Γιαν Μοντέρο και Κόντι Μίλερ ΜακΙντάιρ. Η αναβάθμιση στη θέση είναι πολύ μεγάλη, αφού με τον Δομινικανό κυρίως στο παρκέ η ομάδα είναι πολύ πιο γρήγορη και επιδέξια στην εκτέλεση. Προστέθηκε ένας σημαντικός πόλος «απειλής» – ένας παίκτης που έχει πλούσιο ρεπερτόριο για να βάλει την μπάλα στο αντίπαλο καλάθι.
Δεν ισχύει προφανώς το ίδιο για τον ΜακΙντάιρ, που πάντως είναι πολύ πιο αποτελεσματικός από τον προκάτοχό του στο drive και έχει ιδιαίτερα αναπτυγμένο αυτό το στοιχείο στο οπλοστάσιό του. Από την άλλη, φαίνεται ότι – χωρίς τον Τεξανό – ο Ολυμπιακός έχει δυσκολίες στην πρώτη γραμμή άμυνας του, αλλά όταν χάνεις έναν τέτοιας ανασταλτικής ποιότητας παίκτη χρειάζεται και χρόνος για να ανακτήσεις τις σταθερές σου. Στην επιδίωξη αυτή φαίνεται ικανός να βοηθήσει ο εμφανώς αδυνατισμένος και ιδιαίτερα ορεξάτος Κόρι Τζόσεφ, ο οποίος ήταν τόσο καλός στο τελευταίο φιλικό με τη Μακάμπι που έμεινε μέσα στο φινάλε του αγώνα.
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο Γιώργος Μπαρτζώκας θέλει η ομάδα του να παίζει ακόμα πιο γρήγορα φέτος, ζητώντας διαρκή κίνηση και ταχύτατες εναλλαγές μπάλας. Λογικό ήταν να υποπέσει σε αρκετά λάθη στα φιλικά προετοιμασίας, αλλά με την ποιότητα που υπάρχει σε κάθε θέση, ο χρόνος μοιάζει να κυλάει υπέρ του στην υιοθέτηση αυτής της φιλοσοφίας.
Αν θέλουμε να χρίσουμε κάποιον παίκτη «αποκάλυψη» στην προετοιμασία, αυτός δεν είναι φυσικά άλλος από τον Εμπάι Εντιάι, ο οποίος έδεσε άμεσα στο σύνολο και μάλιστα δείχνει καλύτερος απ’ ότι ήταν πέρσι με τη φανέλα της Βιλερμπάν. Ο Σενεγαλέζος ήταν εκ των κορυφαίων στο ματς με τον Ερυθρό Αστέρα στην Κρήτη (16 πόντοι με 5/7 δίποντα, 2/2 τρίποντα, 4 ριμπάουντ, 2 ασίστ, 1 κλέψιμο, 1 μπλοκ) και σε αυτό με τη Μακάμπι στην Κύπρο (14 πόντοι με 4/5 δίποντα, 1/2 τρίποντα, 3/6 βολές, 2 ριμπάουντ, 2 ασίστ, 3 κλεψίματα, 1 μπλοκ).
Ογκόλιθος αμυντικά – αυτό το ξέραμε – αλλά και με πολύ καλό ρυθμό και ιδέες στην επίθεση, πηγαίνοντας μάλιστα κόντρα στην αχίλλειο πτέρνα του με 3/4 τρίποντα σε αυτά τα ματς. Το passing game του Ολυμπιακού βοηθάει τον Αφρικάνο, που στην απομόνωση είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί αν πάρει τα βήματα. Με την παρουσία του στην πεντάδα οι «ερυθρόλευκοι» κερδίζουν πολύ σε αθλητικότητα. Κάτι θα χάσουν βέβαια με την απώλεια του μακρινού σουτ του Πίτερς, αλλά plan B στο «4» δεν υπήρχε με τον Βεζένκοφ και τον Αμερικανό, ενώ τώρα υπάρχει.
Συμπερασματικά και παρότι σε κάθε ματς ο Ολυμπιακός είχε απουσίες, είδαμε αρκετά από αυτά που περιμέναμε να δούμε και… κάτι παραπάνω λόγω Εντιάι. Το upgrade στον «άσο» είναι ιστορικού επιπέδου στον επιθετικό τομέα και αυτό θα φανεί περισσότερο προσεχώς όταν ο Μοντέρο και ο (μαγκωμένος ακόμα στα φιλικά) ΜακΙντάιρ θα προσαρμοστούν πλήρως.
Χάρη στον Σενεγαλέζο υπάρχει μεγαλύτερη ταχύτητα, αλλά και ευελιξία σε σχήματα, με το μοναδικό μειονέκτημα να είναι η έλλειψη αξιόπιστου σουτ στο «3» και στο «4», εξαιρουμένου του Βεζένκοφ. Αν οι «ερυθρόλευκοι» προχωρήσουν σε elite προσθήκη στη θέση του small forward, τότε ίσως και να συζητάμε για το πληρέστερο ρόστερ στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.