Θα μπορούσαμε να ‘χαμε χάσει από τη Γερμανία το βράδυ της Κυριακής (4/10); Ναι. Αλλά… δεν χάσαμε. Τόσο απλά τόσο σύνθετα. Αυτό δείχνει τη δυναμική που έχει αναπτύξει η Εθνική Ελλάδας, το πόσο έχει ψηλώσει σε αυτό το Nations League. Δύο ματς κόντρα σε μια από τις πλέον παραδοσιακές δυνάμεις του παγκοσμίου φουτμπόλ (έστω και σε φάση ανοικοδόμησης μετά την έλευση του Γιούργκεν Κλοπ), μία νίκη, μία ισοπαλία και μηδέν παθητικό. Εντυπωσιακότατο.
Από την άλλη, θα κάνουμε λάθος αν αφήσουμε τον ενθουσιασμό να μας κρύψει τα πολύτιμα διδάγματα που μας χάρισε ο αγώνας στην Τούμπα. Άγονο το 0-0 αλλά μερικές φορές μπορεί να γίνει πολύ… γόνιμο, με την έννοια πως μπορεί να σου αποκαλύψει πολλά έστω και δια της πλαγίας οδού. Ένα από τα πράγματα που «χτυπάνε» στο μάτι έχει να κάνει με τη διάταξη. Με την πιστοποίηση ότι στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τα συστήματα δεν λένε τίποτα από μόνα τους. Η πράξη και μόνο μετράει, κρίνει.
Θεωρητικά ένα 4-4-2 θα έπρεπε να σε κάνει πιο ισχυρό μπροστά, έτσι δεν είναι; Με δύο επιθετικούς παίζεις. Έλα όμως που τα πάντα έχουν να κάνουν με το πλαίσιο, με τη γενικότερη εικόνα. Καθότι όταν την ίδια στιγμή παίζεις και με δύο 6άρια, απέναντι σε έναν τόσο ποιοτικό αντίπαλο όσο η Νάσιοναλμανσαφτ, είναι δεδομένο, όσο καλή πρόθεση και να έχεις, πως θα γυρίσεις πίσω, θα δώσεις μέτρα και χώρους στον αντίπαλο. Νομοτελειακό είναι, το βιώσαμε σαν εφιάλτη στο α’ ημίχρονο – ευτυχώς οι αλλαγές του Κωνσταντίνου Καρέτσα και του Θανάση Ανδρούτσου μετά την ανάπαυλα έφεραν την πολυπόθητη ισορροπία.
Αναγκαστικά λοιπόν, υπό τέτοιο καθεστώς ασφυκτικής πίεσης, οι 2 επιθετικοί και ειδικά αυτός που παίζει λίγο πιο πίσω από τον φουνταριστό πρέπει να γυρίζει να δίνει βοήθειες, να καλύπτει, να παίζει (φουλ) άμυνα. Αυτό που έκανε ο Βαγγέλης Παυλίδης σε σχεδόν… συγκινητικό βαθμό – και όχι μόνο κόντρα στη Γερμανία, το κάνει κατά κόρον σε αυτή τη σειρά αγώνων στο Nations League. Βασικά είναι ζήτημα αν πάτησε περιοχή, αν εμφανίστηκε δηλαδή στα σημεία που κανονικά, βάσει θέσης και τεχνογνωσίας, θα έπρεπε να κινείται ως επί το πλείστον. Είναι team player ο ποδοσφαιριστής της Μπενφίκα και ανταποκρίνεται δίχως να βαρυγκωμά, για το καλό του συνόλου. Αλλά δεν είναι και το πλέον λογικό να συμβαίνει, μην κρυβόμαστε.

Intime – Vichos Nikos
Η Εθνική μπορεί να παίξει και αλλιώς
Παίζαμε με 2 επιθετικούς κι όμως υποχωρήσαμε πολύ πίσω στο γήπεδο. Επειδή το 4-4-2 έχει ένα εγγενές χάντικαπ αν δεν είσαι υπερομάδα. Χάνεις έναν απ’ το κέντρο και πρέπει να καλύψεις μέτρα και τρύπες. Κάπως έτσι, μια εναλλακτική μπαίνει δυνατά στη συζήτηση. Έχει να κάνει με κάτι που θα ταίριαζε μάλλον περισσότερο στη Γαλανόλευκη σε τέτοια ματς. Θα μας ισχυροποιούσε γαρ στο κέντρο – που είναι ούτως ή άλλως το αδύνατο σημείο μας (κι αυτό είναι μείον μας).
Είναι κατανοητό αυτό που πράττει ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Ο Σέρβος τεχνικός έχει την τύχη να διαθέτει μια 5άδα σπουδαίων επιθετικών. Και την ατυχία να πρέπει να αφήνει σε κάθε ματς 3 ή 4 εκτός ενδεκάδας. Ένας συνεπώς από τους λόγους που το γύρισε σε 4-4-2 είναι για να μπορεί να βάζει 2. Ωστόσο, υπάρχει κι άλλος τρόπος να το κάνει αυτό.
Δύο από τους «μπροστά», ο Μπάμπης Κωστούλας κυρίως, αλλά και ο Ανδρέας Τετέι μπορούν κάλλιστα να παίξουν και στα πλάγια. Σε σχηματισμό 4-2-3-1 με έναν επιθετικό περιοχής μπροστά και τον δεύτερο (επιθετικό) στα πλάγια, χωράνε και οι 2 φορ στην 11άδα χωρίς να αδυνατίζει το κέντρο μας. Κάτι μας λέει πως δεν θα αργήσει η ώρα που θα το δούμε να εφαρμόζεται και στην πράξη. Γιατί και ποδοσφαιρική λογική έχει, και συμβατό είναι με την πλειάδα λύσεων που διαθέτουμε στη γραμμή κρούσης…
