Νύχτα, αλκοόλ, ασωτίες: Το «ρεμάλι» που θα άφηνε εποχή αν δεν έπαιζε για την πλάκα του

Το καλοκαίρι του 1984 η Μπαρτσελόνα βρίσκεται σε περιοδεία στις ΗΠΑ. Στην αποστολή είναι και ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο οποίος είχε επιβάλλει την επιθυμία του στη διοίκηση, μέσω του τεχνικού και συμπατριώτη του, Σέσαρ Λουίς Μενότι.

Με τη φανέλα της Μπάρτσα θα δοκιμαζόταν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ένας ξερακιανός, αντιτουριστικός τύπος, ονόματι Χόρχε «Μάχικο» Γκονζάλες. Ο Μαραντόνα ετοίμαζε ήδη βαλίτσες για τη Νάπολι, είχε φροντίσει όμως να υποδείξει στους Καταλανούς το διάδοχο του. Ή μήπως ήθελε απλώς να έχει παίξει συμπαίκτης – έστω και σε φιλικά – με το μοναδικό άνθρωπο, που ζήλεψε η ποδοσφαιρική του ευφυία;

Ο «Μάχικο» Γκονζάλες , ως… μαγικός που είναι, εντυπωσιάζει – κόντρα στη Φλουμινένσε σκοράρει μάλιστα από ασίστ του Μαραντόνα – χωρίς αυτό να προκαλεί εντύπωση σε κανέναν. Η φήμη του ανθρώπου που«είχε στα πόδια την επιδεξιότητα που ο Θεός μας έδωσε στα χέρια» είναι αρκετή για να δικαιώσει, σε αγωνιστικό επίπεδο, τον Ντιέγκο. Ο «Μάχικο» όμως είναι δύο διαφορετικοί άνθρωποι στη συσκευασία ενός. Κι αυτό έχει ως συνέπεια να απορριφθεί από τους «μπλαουγκράνα»…

Το προηγούμενο βράδυ είχε ξεσπάσει φωτιά στο ξενοδοχείο με αποτέλεσμα να εκκενωθούν όλα τα δωμάτια της αποστολής, εκτός από το δικό του. Αφού ούτε η πυρκαγιά και ο κίνδυνος να χάσει τη ζωή του δεν ήταν ικανά να τον σηκώσουν από το κρεβάτι που μοιραζόταν με μία γυναίκα, πώς θα μπορούσε να το κάνει η προπόνηση; Άσε που επειδή είχε αποκοιμηθεί μερικές μέρες νωρίτερα (πιθανότατα για την ίδια αιτία) έχασε την υπερατλαντική πτήση της ομάδας και ταξίδεψε σόλο…

Όπως τον περιέγραψε ο κορυφαίος των κορυφαίων

Εύλογα κανείς μπορεί να αναρωτηθεί γιατί να δώσει οποιαδήποτε βάση στα γραφόμενα ενός τυχαίου συντάκτη, σε ένα τυχαίο σάιτ, για έναν ποδοσφαιριστή το όνομα του οποίου δεν γνώριζε καν. Δεν είναι δυνατόν, όμως, να αμφισβητήσει τα λόγια του ίδιου του Ντιέγκο για τον συνάδελφο και για λίγα λεπτά συμπαίκτη του…

«Ήμουν τυχερός που αγωνίστηκα δίπλα του. Ήταν μοναδικός. Προσπαθούσαμε στην προπόνηση να αντιγράψουμε αυτά που έκανε αλλά δεν τα καταφέρναμε. Λέγαμε ο ένας στον άλλον ‘’ είδες τι γκολ έβαλε ο Μάχικο;’’ Μόνο ένας παίκτης στον κόσμο μπορούσε να κάνει ταχυδακτυλουργικά κόλπα με την μπάλα στα πόδια κι αυτός λεγόταν Χόρχε Γκονζάλες».

Από πολύ μακρινή περιοχή και εποχή

Το άστρο του «Μάχικο» άρχισε να λάμπει τη δεκαετία του ’70, όμως εκείνα τα χρόνια ήταν πρακτικά αδύνατο να μάθει το ευρύ κοινό τι ακριβώς ήταν ικανός να κάνει στο γήπεδο. Το γεγονός πως έπαιζε για λογαριασμό της ANTEL του Ελ Σαλβαδόρ -και όχι στα πιο προβεβλημένα πρωταθλήματα της Βραζιλίας ή της Αργεντινής- καθιστούσε ακόμη δυσχερέστερη την «αποκάλυψή» του. Τελικά, η εθνική ομάδα της χώρας του παίρνει το 1982 το εισιτήριο για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου και στα γήπεδα της Ισπανίας έχει την ευκαιρία να δείξει το αλλόκοσμο ταλέντο του.

Με απολογισμό 3 ήττες σε ισάριθμα ματς και γκολ 1-14, η ομάδα της Κεντρικής Αμερικής γίνεται περίγελως, όμως οι σύλλογοι της Ευρώπης παίρνουν μια ιδέα των σπάνιων ικανοτήτων που κουβαλά ο 24χρονος τότε δημιουργικός επιθετικός. Όμως οι ενδιαφερόμενοι ο ένας μετά τον άλλον την κάνουν με… ελαφρά πηδηματάκια όταν πληροφορούνται πως ακόμη πιο εντυπωσιακές από τις επιδόσεις του στους αγωνιστικούς χώρους ήταν εκείνες στη νυχτερινή ζωή. Μέχρι και η Ατλέτικο Μαδρίτης αλλά και η Παρί Σεν Ζερμέν θα κάνουν τελικά πίσω και η μόνη ομάδα που θα τολμήσει να πάρει το ρίσκο είναι η ταπεινή Κάντιθ της δεύτερης κατηγορίας της Ισπανίας.

Η «ουρά της αγελάδας»

Στα γήπεδα της Ανδαλουσίας θα διδάξει τα μυστικά της μπάλας, πέρα από συμβιβασμούς, συστήματα και τακτικές. Το σήμα κατατεθέν του, η περίφημη ντρίπλα «culebrita macheteada» (ουρά της αγελάδας) και τα 15 γκολ που θα σημειώσει, τρελαίνουν τον κόσμο και χαρίζουν στην ομάδα την άνοδο στη μεγάλη κατηγορία. Η πόλη έχει αποκτήσει τον απόλυτο βασιλιά της. Κι εκείνος, απολαμβάνοντας το παιχνίδι, δίχως την παραμικρή πίεση και χωρίς να πατά πολλές φορές καν στην προπόνηση, κάνει την μεγάλη ζωή. Εκτός από τους οπαδούς στο γήπεδο, νερό στο όνομά του πίνουν οι ιδιοκτήτες των μπαρ, των νάιτ κλαμπ, αλλά και οι γυναίκες που τον συνοδεύουν σε κάθε του βήμα. Ο «Μάχικο» προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους και όλες…

Ωστόσο, προτεραιότητά του δεν ήταν ποτέ το ποδόσφαιρο. Πολύ μακριά από την εικόνα του επαγγελματία, το πιο αυθεντικό ίσως ταλέντο στην ιστορία του ποδοσφαίρου αντιμετωπίζει το σπορ σαν ένα χόμπι δίνοντας την περισσότερη από την ενέργειά του στη νύχτα. «Είναι αλήθεια πως δεν είμαι άγιος. Ναι, ξενυχτάω κάθε βράδυ. Είμαι ανεύθυνος και κακός επαγγελματίας. Ξέρω πως έχασα την ευκαιρία της ζωής μου, αλλά παίζω μπάλα μόνο για να διασκεδάσω. Αν δεν το έβλεπα έτσι, δεν θα ήμουν εδώ» θα πει κάποια στιγμή με ειλικρίνεια.

Παρένθεση

Ο άμεσος υποβιβασμός της Κάντιθ και ο τσακωμός του με τον προπονητή της ομάδας του δίνουν την ευκαιρία για το κάτι παραπάνω στη Βαγιαδολίδ. Εκεί η προσπάθεια να μπει σε καλούπια καταλήγει σε τραγωδία. Του κόβουν τα ποτά, τα ξενύχτια, τις γυναίκες, τα πάντα. Πέφτει σε μελαγχολία, παίζει μόνο 9 ματς και παίρνει την απόφαση ουσιαστικά να σταματήσει το ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον εκείνο στο επίπεδο που του άξιζε. Επιστρέφει στην προηγούμενη ομάδα του και αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν παλαίμαχος. Αδιαφορεί ολοένα και περισσότερο για την προπόνηση, συνεχίζει τις κραιπάλες όλη τη βδομάδα και τις Κυριακές (όταν ήταν ξεμέθυστος ή είχε κοιμηθεί αρκετά την περασμένη νύχτα) ξεφτιλίζει όποιον αντίπαλο βρίσκει μπροστά του.

Οι μεγάλες ποδοσφαιρικές παραστάσεις γίνονται λιγότερο συχνές, αλλά όταν συμβαίνουν δεν συγκρίνονται με εκείνες κανενός άλλου.

Κατά καιρούς διάφορες ομάδες (Αταλάντα, Σαμπντόρια, Φιορεντίνα) θαμπώνονται από ενέργειες σαν την παραπάνω. Όταν όμως τον πλησιάζουν, μυρίζουν πάνω του τη νύχτα, το αλκοόλ και τις γυναίκες. Το τρίπτυχο που καθορίζει τη ζωή του, χωρίς ο ίδιος να εμφανίζεται ποτέ μετανιωμένος για τις επιλογές του.

Νύχτα, αλκοόλ, ασωτίες: Το «ρεμάλι» που θα άφηνε εποχή αν δεν έπαιζε για την πλάκα του

Η «απολογία» ενός Μάγου

Ο γεννημένος το 1958 μάγος της μπάλας επέστρεψε στην πατρίδα του το 1991 και συνέχιζε να παίζει (στον… ελεύθερο χρόνο του) μπάλα μέχρι το 1999. Σχεδόν ως τα 42. Αντί να προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε εμείς τα κίνητρα πίσω από τον τρόπο που διαχειρίστηκε την καριέρα και τη ζωή του, ίσως θα ήταν καλύτερο να ακούσουμε όσα είχε να πει ο ίδιος σε συνέντευξή του.

«Οι άνθρωποι με ρώτησαν πολλές φορές τι θα συνέβαινε αν… Ειδικά στην Κάντιθ, οπαδοί και δημοσιογράφοι επανέρχονταν συνέχεια με τα ίδια ερωτήματα. Γιατί ο Μάχικο δεν θέλησε περισσότερα; Γιατί δεν έκανε αμύθητη περιουσία παίζοντας ποδόσφαιρο; Γιατί δεν αγωνίστηκε σε 1-2 από τις μεγαλύτερες ομάδες του κόσμου; Δεν με πειράζει που δεν έγιναν όλα αυτά. Για μένα η Κάντιθ ήταν σαν να βρέθηκα στο πανεπιστήμιο πριν καν τελειώσω το δημοτικό»…