Οι συγκρίσεις με τον Ντιέγκο είναι μόνο για το καφενείο
Μπάλα

Οι συγκρίσεις με τον Ντιέγκο είναι μόνο για το καφενείο

Ναι, ο Ντιέγκο το πήρε «μόνος» του. Με όλη την Εθνική Γερμανίας να αμύνεται στο ύψος της σέντρας με το σκορ στο 2-2 στο 83'...

Haters όλου του κόσμου ενωθείτε (ενωθήκατε…). Μετά το χαμένο πέναλτι με την Ισλανδία, ο Μέσι δεν μπορεί ούτε με την Κροατία. Δεν μπορεί να πάρει την μπάλα και να τους περάσει όλους, όπως έκανε ο Ντιέγκο το ’86 με την Αγγλία. Ούτε να σκοράρει με το χέρι μπορεί και να αποδώσει την απάτη στο «χέρι του Θεού». Δεν μπορεί καν να επιλέξει έναν κανονικό προπονητή για την Εθνική Αργεντινής, μηδέ κάποιους ικανούς συμπαίκτες για να συνεργαστεί και να εμπνεύσει. Όλα αυτά που βλέπουμε να κάνει με την Μπάρτσα για πάνω από μια δεκαετία δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Ο τύπος είναι γατάκι, άχρηστος, λιπόψυχος, τελειωμένος. Είναι αμφίβολο αν του αξίζει καν να φοράει τη φανέλα με το εθνόσημο.

Και όλα αυτά επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει ο νέος Ντιέγκο. Δεν μπόρεσε ποτέ να διαχειριστεί την πίεση και να ανταποκριθεί στο ρόλο του νέου «Μεσσία», που αναζητά ένα ολόκληρο έθνος και κάποια ακόμα εκατομμύρια οπαδών σε όλο τον κόσμο. διακατεχόμενοι από το «σύνδρομο Μαραντόνα». Που επιτάσσει ότι ένας, όπως και τότε, θα πρέπει να γίνει μια ομάδα μόνος του και να οδηγήσει την Αλμπισελέστε στη Γη της Επαγγελίας.

Για μια στιγμή όμως. Μήπως οι περισσότεροι εξ’ αυτών υποψιάζονται ότι σε συνθήκες 1986, ο Μέσι θα είχε κάνει πιθανότατα τα ίδια που είχε κάνει ο Ντιέγκο;

Το Μουντιάλ του ’86 ήταν ένα Μουντιάλ στο οποίο κρίθηκε ένα νοκ-άουτ παιχνίδι στα εφτά γκολ (Βέλγιο – ΕΣΣΔ). Ήταν ένα Μουντιάλ στο οποίο η Δανία έβαλε έξι γκολ σε ένα ματς στη φάση των ομίλων (Ουρουγουάη) και «έφαγε» 5 στα νοκ-άουτ (Ισπανία).

Ήταν επίσης η τελευταία διοργάνωση που ένας τελικός είχε πάνω από τρία «τεμάχια». Στο Αργεντινή – Γερμανία σημειώθηκαν 5. Στους επόμενους εφτά τελικούς αθροιστικά, μόλις 8 στα ισάριθμα 90λεπτα.

Είναι το Μουντιάλ που η Γερμανία έχει μετατρέψει το 2-0 σε 2-2 και παρά την παρουσία του Μαραντόνα απέναντι, παίζει στο 83’ με την τελευταία γραμμή άμυνας στη μεσαία γραμμή. Η ποδοσφαιρική αφέλεια σε όλο της το μεγαλείο. Ο Ντιέγκο κάνει κάτι πολύ απλό για την κλάση του. Πετάει την μπάλα στον κενό χώρο στον Μπουρουσάγκα, που ξεκινάει σχεδόν από τo ημικύκλιο της σέντρας και στο σπριντ 30 μέτρων δεν βρίσκει κανέναν στο διάβα του.

Εξίσου ανενόχλητος είχε μπει στην περιοχή για να σκοράρει το 2-0 ο Χόρχε Βαλντάνο στο 55’. Σε έναν τελικό είχαμε δύο φάσεις που δεν έχουμε δει στα 23 έως τώρα ματς του φετινού τουρνουά!

Το ποδόσφαιρο του 1986 δεν έχει καμία σχέση με το ποδόσφαιρο του 2018. Είναι εντυπωσιακό που επιμένουν να το αγνοούν όσοι θέλουν να λέγονται γνώστες του αντικειμένου. Απλώς και μόνο για να κάνουν τη λεζάντα τους τους στα social media.

Το ένας vs 11 «πέθανε» σε εκείνη τη διοργάνωση. Δεν είναι αποτυχία του Μέσι που αδυνατεί να το αναβιώσει σε εθνικό επίπεδο. Είναι επιτυχία εκείνων που το «έθαψαν». Η προσέγγιση ακόμα και των μεγαλύτερων ομάδων είναι αυτή του «μισό-μηδέν». Η εξέλιξη των αμυντικών τακτικών περιορίζει ασφυκτικά το διαθέσιμο χώρο για τον βιρτουόζο. Δεν είμαστε πια στην εποχή των μπαλαδόρων, αλλά σε αυτήν των υπεραθλητών.

Το καταστροφικό ποδόσφαιρο είναι αυτό που θριαμβεύει, όπως δείχνουν περίτρανα τα νούμερα (και) του φετινού Μουντιάλ. Η ενεργότατη συμμετοχή όλης της 11αδας στο ανασταλτικό κομμάτι είναι η μεγάλη βασική διαφορά.

Στον τελικό του ’86 ο Λόταρ Ματέους είχε επωμιστεί το μαρκάρισμα του Μαραντόνα. Στο νοκ-άουτ του ’90 με τη Βραζιλία ο Μπράνκο. Σήμερα αυτά δεν υπάρχουν. Ο Μέσι επιτηρείται από δύο, τρεις και τέσσερις όταν παίρνει την μπάλα στα πόδια. Η προσαρμογή όλη της αμυντικής διάταξης πάνω του θυμίζει ορκισμένους υπερασπιστές σε μια επίκληση του «υπέρ βωμών και εστιών». Σημαίνει ότι το 10 το καλό θα πρέπει να ντριμπλάρει, η να πασάρει σε χωροταξικούς όρους ενός τηλεφωνικού θαλάμου.

Ακόμα και ομάδες όπως το Ιράν διαθέτουν πλέον, λόγω Ευρωπαίου τεχνικού και παικτών με παραστάσεις από μεγάλα πρωταθλήματα, το know how να προκαλούν ασφυξία στην επίθεση της Ισπανίας. Απήχηση και μιας άλλης διαπίστωσης. Ότι είναι πολύ πιο εύκολο να αποκτήσει μια (εθνική) ομάδα αμυντική χημεία σε ένα μήνα προετοιμασίας, απ’ ότι αυτοματισμούς στην επίθεση.

Το δε παιχνίδι χωρίς την μπάλα και το transition έχουν εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό, που το ποδόσφαιρο μοιάζει εντελώς διαφορετικό παιχνίδι απ’ ότι 38 χρόνια πριν. Η αλλαγή αυτή προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις κατά του θεάματος. Οι προπονητές επιλέγουν ακόμα και για επιθιτικογενείς θέσεις παίκτες με ανεπτυγμένα ανασταλτικά χαρακτηριστικά.

Για τους κατ’ εξοχήν αμυντικογενείς δεν το συζητάμε. Οι περισσότεροι εξ’ αυτών θα έμοιαζαν σπρίντερ σε ένα γήπεδο του ’86. Παίκτες σαν τον Καντέ, που στερούνται πλήρως φαντασίας και δημιουργικής ικανότητας, αλλά είναι «τέρατα» αθλητικής ικανότητας και αναχαιτιστικής δράσης, αποτελούν ονείρωξη για κάθε προπονητή στο σημερινό ποδόσφαιρο.

Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι με τη μορφή που έχει λάβει το άθλημα, ο χαφ της Τσέλσι δείχνει να ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσα στο γάλα και στα δύο πρώτα παιχνίδια μιας γεμάτης από σταρ Εθνικής Γαλλίας!

Ο Μέσι, ναι, λύγισε από την πίεση στο πέναλτι απέναντι στην Ισλανδία. Ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περιμένει από αυτόν είτε να γίνει ο νέος Ντιέγκο για να αποθεωθεί, είτε να αποδειχθεί ξανά «γατάκι» για να λοιδωρηθεί. Ο ίδιος ο προπονητής του δήλωνε προ ημερών (άκουσον, άκουσον) ότι «πρέπει όλοι να βοηθήσουμε τον Μέσι να σηκώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο».

Οι οπαδοί της Αργεντινής στη Ρωσία φωτογραφίζονται σωρηδόν με μάσκες Μέσι, οι συμπαίκτες του δεν έπαιρναν ούτε μία πρωτοβουλία στο ματς με την Ισλανδία, περιμένοντας τα πάντα από εκείνον. Ο ίδιος είχε προφανώς αυθυποβληθεί ότι πρέπει να πάρει το Παγκόσμιο Κύπελλο μόνος του.

Αυτό ήταν και το μεγάλο λάθος του. Η πνευματική αυτο-καταπίεση της υπαγωγής σε μια τέτοια κατάσταση. Λησμόνησε και ο ίδιος ότι η εποχή του «one man show» έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Μολονότι το διαπίστωσε επώδυνα για πρώτη φορά με προπονητή τον ίδιο τον Ντιέγκο το 2010.

Τότε που όλοι (όπως τώρα τον Χόρχε Σαμπαόλι) αποκαλούσαμε «ταβερνιάρη» τον Μαραντόνα. Μήπως απλώς χρειαζόμαστε πάντα κάποιον, ανά μεγάλη περίσταση, για να κράξουμε;