Το χειρότερο ταξίδι που έκανα ποτέ
Βρείτε μας στο

Τα σημάδια είχαν κάνει την εμφάνισή τους από νωρίς, όμως εμείς ήμασταν τόσο χαρούμενοι που οι (συγκεκριμένες) διακοπές έφταναν στο τέλος τους, που προτιμήσαμε να τα αγνοήσουμε. Όλοι μας είχαμε ένα τεράστιο χαμόγελο από τη μια μεριά του προσώπου μέχρι την άλλη, κι αυτό γιατί κανείς δεν είχε παραδοθεί στις επιταγές της φωνής που φώλιαζε στο κέντρο του μυαλού μας («Κόψε τις φλέβες σου αργά και βασανιστικά, αλλιώς θα ξυπνήσεις και αύριο θα βρίσκεσαι ακόμα στη Λέρο»).

Έτσι, εμείς οι νικητές της ζωής, ουδόλως ενοχλούμασταν από το σχεδόν 8ωρο ταξίδι που θα έκανε το καράβι μέχρι να φτάσει στο λιμάνι του Πειραιά. Κάθε ναυτικό μίλι που μας πήγαινε πιο κοντά στο μέλλον και άφηνε πίσω του το καλοκαιρινό παρελθόν ήταν καλοδεχούμενο.

Μόνο που η επιστροφή στην Αθήνα έμελλε να είναι βγαλμένη από τη σκηνοθετική ματιά του Τζον Κάρπεντερ: μπορεί αρχικά να επιβιβαστήκαμε όλοι μας μια χαρά και ν’ αποχαιρετίσαμε τη Λέρο μ’ ένα μεγαλοπρεπές κωλοδάχτυλο, όμως μετά το πρώτο μισάωρο το πράγμα στο Blue Star Ferries στράβωσε άσχημα.

kovd

Τα μποφόρ, θέλοντας ν’ αποδείξουν τις ατελείωτες δυνατότητές τους, έκαναν προσωπικό ρεκόρ και έφτασαν σε τριψήφιο νούμερο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το καράβι να μιμείται τέλεια την κίνηση που κάνει το εκκρεμές για κάτι περισσότερο από 5 ώρες και όλοι μας να βλέπουμε αστεράκια χρώματος μπλε (για να είναι ασορτί με την εταιρία που ανήκε το πλοίο).

Στο μυαλό μου άρχισαν να παρελαύνουν ευχάριστες εικόνες: ο Τιτανικός να συγκρούεται με το παγόβουνο, εκατοντάδες κόσμου να ποδοπατιούνται, μετά να καταλήγουν στο νερό και στη συνέχεια τα πνευμόνια τους να γεμίζουν από το λάθος «υλικό»- νερό αντί για αέρα.

Το μόνο που μου έδινε κουράγιο στην όλη σκέψη ήταν πως η Ελένη δεν έχει την περιφέρεια της Κέιτ Γουίνσλετ και στη δική μας τη σχεδία θα χωρούσαμε άνετα και οι δύο. Δε θα χρειαζόταν να γίνω στήλη παγωμένου άλατος σαν τον Ντι Κάπριο και μάλλον θα ζούσα για να πρωταγωνιστήσω στο «Τιτανικός 2 η επιστροφή: Παγόβουνο, αυτή τη φορά είναι προσωπικό».

dica

Όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο το όλο θέαμα στο σαλόνι του καραβιού θύμιζε διαστημόπλοιο στο οποίο η βαρύτητα έχει πάει περίπατο: η Μαρία, η αδερφή μου, είχε βρεθεί να ίπταται με τα πόδια στο ταβάνι και το κεφάλι κάτω, η έτερη Μαρία πάλευε να διατηρήσει την ισορροπία της, αλλά ήταν εμφανώς ανισόρροπη, ενώ ο μόνος τυχερός ήταν ο Άρης που έμεινε να υπηρετήσει στο ναυτικό και θα μιλούσε αργότερα στις κάμερες να πει την ιστορία μας.

«Κοιτάξτε, ήταν καλά παιδιά και δεν είχαν δώσει δικαιώματα. Δεν ξέρω τι τους έπιασε και πήγαν και σκυλοπνίγηκαν στο Αιγαίο…»

Ο καπετάνιος προσπαθούσε από τα μεγάφωνα να μας δώσει θάρρος, λέγοντας «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς» και όλοι περιμέναμε τη στιγμή που το πλοίο θ’ αναποδογύριζε κι εμείς θα διαπιστώναμε αν κρύβουμε έναν Aquaman μέσα μας ή όχι.

Σε κάποια φάση πλησίασα την αδερφή μου και της μίλησα ήρεμα για να της τονώσω το ηθικό. Τσίριξα σαν τελειωμένη Drug Queen, λοιπόν, στο αυτί της «Γεννηθήκαμε την ίδια μέρα, τώρα θα πεθάνουμε και την ίδια μέρα. Έχω προσευχηθεί στο Θεό, τον Αλλάχ, τον Βούδα και τον Νίκο Γκάλη (που είναι Θεός) και δεν απαντά κανείς- η κλήση σας προωθείται, παρακαλώ καλέστε αργότερα και τα συναφή. Μόνο που ύστερα- ύστερα, μα δεν υπάρχει ύστερα».

Στο σταχτί πρόσωπο που κάποτε ήταν η Ελένη θυμάμαι να λέω: «Την πουτσίσαμε», ενώ στην άλλη Μαρία φώναξα «Και μετά σου λέει θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια. Αρχίδια».

Με το πλοίο να συνεχίζει να κουνιέται περισσότερο κι από τα οπίσθια της Rihanna όταν κάνει έξαλλο twerking περάσαμε την Πάτμο και τη Σύρο και σιγά- σιγά αρχίσαμε να βλέπουμε τον Πειραιά.

Μπορεί το στομάχι να είχε αλλάξει θέση με την σπλήνα, ο αριστερός πνεύμονας με το δεξί και ο λάρυγγας με το λεπτό έντερο, όμως μέσα μας εκτός από της Πόπης γινόταν και κάτι άλλο: γεννιόταν η ελπίδα.

Κάπως έτσι, λίγο πριν τραγουδήσω για 35η φορά το «Η ζωή εδώ τελειώνει», είδα το καντήλι μου- που έσβηνε τις τελευταίες ώρες- ν’ ανάβει εκ νέου. Γι’ αυτό, έριξα ένα καντήλι («Ρε πούστη μου, λες;») και μετά έμεινα σιωπηλός.

Το πλοίο κινείτο. Δεξιά- αριστερά, μεν, κινείτο δε. Ο Πειραιάς ερχόταν ολοένα και πιο κοντά και ο μαρτυρικός θάνατος απομακρυνόταν εμετό με τον εμετό.

Spoiler: μιας και στον Άλλο Κόσμο δεν πιάνει τόσο καλά το wi-fi, τότε καταλαβαίνετε πως για να έχει αναρτηθεί στο Menshouse αυτό το κείμενο, έζησα. Όχι ακριβώς ταξιδιωτική ζωή χαρισάμενη, αλλά έζησα.

kino

Μόλις φτάσαμε τον Πειραιά μας ενημέρωσαν πως σηκώθηκε απαγορευτικό άμεσα και πως εμείς ήμασταν το τελευταίο καράβι που έκανε δρομολόγιο. Ύστερα, οι άνθρωποι του Λιμενικού μας έδωσαν από μια δραμαμίνη στον καθένα, όμως εμείς χρειαζόμασταν όλο το Άμστερνταμ για να ηρεμήσουμε.

Ώρες αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, οι γονείς μου με ρώτησαν πώς ήταν το ταξίδι της επιστροφής.

Αποφάσισα ότι είναι μεγάλα παιδιά και έπρεπε να τους πω την αλήθεια.

Την είπα: «Περάσαμε από 40 κύματα».

Α, ναι: και επιβιώσαμε.

s3