10 μήνες μετά την τραγωδία στο Μάτι έχουμε ακόμα όρεξη για μικροπολιτικές

Στις 23 Ιουλίου 2018 ξημέρωσε η πιο μαύρη μέρα της δεκαετίας για την Ελλάδα. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2019 δεν ξέρουμε τι μπορεί να ξημερώσει κι αν αυτό που θα ξημερώσει θα είμαστε αυτή τη φορά πιο έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε.

Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι έχουμε ακόμα μπόλικη όρεξη για να τα κομματοποιούμε όλα και να παίζουμε ένα προεκλογικό παιχνίδι που όχι απλώς είναι βδελυγματικά άσχημο, αλλά μπορείς να το πεις και σφόδρα ασεβές προς τη μνήμη των ανθρώπων που πέθαναν, τους συγγενείς τους, αλλά και όλους όσοι έχασαν το βιός τους.

Είναι λες κι εκείνη η αμέριστη συμπαράσταση και αλληλοβοήθεια που ακολούθησε για το επόμενο δίμηνο προς τους πληγέντες ήταν σαν αυτό που σε ένα δείπνο ζευγαριών ο άντρας πετάει μια χοντράδα και η γυναίκα του ρίχνει μια κλωτσιά κάτω από το τραπέζι προειδοποιώντας τον με το βλέμμα της ότι σπίτι θα γίνει μάχη.

Αυτή την αντίδραση γέννησε σε πολλούς το ντοκιμαντέρ του κύριου Αλέξη Παπαχελά στον ΣΚΑΪ σχετικά με όσα έγιναν από το μεσημέρι της 23 Ιουλίου μέχρι και την μεθεπόμενη μέρα όταν και άρχισε να γίνεται κάπως πιο ελεγχόμενη η κατάσταση. 

Δημοσιογράφοι πρώτα απ΄όλα, πολιτικοί σε δεύτερο επίπεδο και απλοί σοσιαλμιντιακοί σχολιαστές σε τρίτο, εξέλαβαν κι ερμήνευσαν αυτό το ντοκιμαντέρ ως μια ευκαιρία για να βγάλουν υπεράνω την δική τους κομματική ταυτότητα. Κι αν οι τελευταίοι συγχωρούνται και οι δεύτεροι λειτούργησαν αναμενόμενα, οι πρώτοι είναι πραγματικά κατάπτυστοι.

Είναι οι ίδιοι κατάπτυστοι που από τις πρώτες στιγμές επιδείκνυαν μια ξερολίαση και εξαπέλυαν ευθύνες από δω κι από κει. Ελάχιστοι μπαίνουν στη διαδικασία να δουν πως στον διάβολο θα φροντίσουμε ώστε φέτος το καλοκαίρι να μην πάθουμε ούτε στο ένα εκατομμυριοστό αυτό που συνέβη στη Ραφήνα, το Πικέρμι, το Μάτι και κάθε πληγείσα περιοχή.

Από τη μία έχουμε το συσσωμάτωμα της αντιπολίτευσης. Προφανώς ανήκει σε αυτούς το κανάλι που προέβαλε το ντοκιμαντέρ, το οποίο έχει επιλέξει συνειδητά να θυσιάζει τη δημοσιογραφική του οντότητα στον βωμό της αμέριστης στήριξης στη Νέα Δημοκρατία.  Γι’ αυτό και ακόμα και μπροστά σε μια τόσο άρτια δημοσιογραφική δουλειά κάποιοι παραμένουν καχύποπτοι για τα πραγματικά κίνητρά της.

Από κοντά και ένας ολόκληρος μηχανισμός που έχει συνδέσει την ύπαρξη του με την αλλαγή πολιτικού σκηνικού. Αναπαράγει fake news, ρίχνει λάσπη και εφαρμόζει κατά γράμμα τις παλιές, δοκιμασμένες, λαϊκίστικες τακτικές του Σύριζα που τον έφεραν στην εξουσία.

Από την άλλη, οι προηγούμενοι στέκονται τυχεροί γιατί αντιμετωπίζουν ατσούμπαλους και επικίνδυνους τύπους που παλεύουν με νύχια και με δόντια να αποδείξουν ότι η κυβέρνηση τα είχε όλα καλώς καμωμένα, στο μέτρο του δυνατού.

Με επιχειρήματα που θυμίζουν ακροατές αθλητικού ραδιοφώνου μετά από ντέρμπι και την περίφημη τακτική του ναι μεν, αλλά: «Ναι, αλλά για το 2007 γιατί δεν μας λέτε;». Δεν σας λένε γιατί υποτίθεται ότι 12 χρόνια μετά θα έπρεπε να προοδεύσουμε, υποτίθεται ότι δεν θα κάνατε τα ίδια λάθη με τους άλλους, αφού είστε ηθικά ανώτεροι και καλύτεροι.

Παράλληλα, βρίσκουν τα «παιδιά» της αντιπολίτευσης πάτημα και στο γεγονός ότι από τις εξαγγελίες του περασμένου Σεπτεμβρίου για ενίσχυση της πυροσβεστικής σε ανθρώπινο δυναμικό και οχήματα, το γκρέμισμα των αυθαιρέτων και όλων των πιθανών μέτρων, φτάσαμε Μάιο, η αντιπυρική περίοδος ξεκίνησε και πολλές διαδικασίες μπήκαν σε εφαρμογή μόλις προχθές. Άλλες θα χρειαστούν ένα εξάμηνο δοκιμών και θα λειτουργήσουν ουσιαστικά του χρόνου. Πιθανότατα κι αυτές είχαν μπει στον πάγο για να βγουν έγκαιρα και να χρησιμοποιηθούν στην προεκλογική εκστρατεία.

Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους βρισκόμαστε. Κι ενώ για τους πόλους της Γης θέλουμε να μη λιώσουν οι πάγοι, για τις παγ(ι)ωμένες σαχλαμάρες εκατέρωθεν, θέλουμε να λιώσουν και να πνιγούν οριστικά. Γιατί δε μπορεί να βρίσκει κανείς λογικό ή να παίρνει χαρά με το να διαλέγει στρατόπεδα σε περιπτώσεις όπως αυτή που αφορά τέτοιες καταστροφικές πυρκαγιές και να εκλογοποιεί αντί να εκλογικεύει τα δεδομένα.

Δε γίνεται να επιμένουμε σε μικροπολιτικές και να πρέπει ως εκλογικό σώμα να διαλέξουμε ανάμεσα σε αυτούς τους δύο. Δεν γίνεται να ξεπουλιέται τόσο «εθελοντικά» η καλή δημοσιογραφία και να προσφέρεται για πάτημα στις πολιτικές μετριότητες που μας κατακλύζουν…

Αν σου άρεσε πάτα