Καταδικάζοντας καθημερινά αγνώστους σε θάνατο
Επικαιρότητα

Καταδικάζοντας καθημερινά αγνώστους σε θάνατο

Εσείς πόσους στείλατε αυτό τον μήνα στην ηλεκτρική καρέκλα;

Για τους συγγενείς και φίλους της Νάταλι Κρίστοφερ, της 34χρονης αστροφυσικού που χάθηκε στην Ικαρία, η αυτοψία που θα ακολουθήσει μετά την εύρεση της σορού της θα δώσει πιθανότατα και τις τελικές απαντήσεις για τα αίτια του θανάτου της.

Για πολλούς από εμάς τους υπόλοιπους, τα γεγονότα (έτσι όπως εξελίσσονται) αποτελούν ένα δυνατό χτύπημα στις μαντικές, αστυνομικές και δικαστικές ικανότητές μας. Βλέπεις, από τα πρώτα -κιόλας- στοιχεία που είχαν δει το φως της δημοσιότητας, κάποιοι είχαν σπεύσει να βγάλουν ήδη συμπεράσματα και τα μοιραστούν μάλιστα με όλον τον υπόλοιπο κόσμο μέσω διαδικτύου, καταδικάζοντας τον Κύπριο φίλο της, που στα μάτια μας ήταν ο πέρα κάθε αμφιβολίας ένοχος.

Σχεδόν παράλληλα με το θρίλερ που ολοκληρώθηκε με τον θάνατο του άτυχου κοριτσιού, οι δικαστές του ίντερνετ, απήγγειλαν ποινές και μια δεύτερη υπόθεση, λιγότερο τραγική αλλά εξαιρετικά πιασάρικη αφού σε αυτήν εμπλεκόταν ένας «διάσημος».

Ο Έκτορας Μποτρίνι, ο οποίος είχε κερδίσει ελάχιστες συμπάθειες μέσα από την περσόνα του στις τηλεοπτικές εκπομπές, πήρε πάνω του όλο το ανάθεμα για το περιστατικό που καταγγέλθηκε σε κατάστημα ιδιοκτησίας του. Όχι επειδή κατηγορήθηκε ο ίδιος για σαδιστικές μεθόδους στην κουζίνα του, αλλά διότι τον σεφ που σύμφωνα με τις καταγγελίες προέβη σε αυτές τις πράξεις δεν τον ξέρει κανείς.

Πριν μερικές μέρες, πάλι, καταδικάσαμε τους 12 Ισραηλινούς για βιασμό τουρίστριας από την Μεγάλη Βρετανία και όταν φάνηκε η αλλαγή στην πλοκή της υπόθεσης, με την ίδια ευκολία στείλαμε στο πυρ το εξώτερο την «ξετσίπωτη αγγλιδούλα» που «προσπάθησε να παγιδεύσει»  μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα και κάτι παραπάνω.

Καμία από τις τρεις υποθέσεις που απασχόλησαν πρόσφατα την επικαιρότητα δεν έχει κλείσει. Πράγμα που σημαίνει ότι η ήδη διαμορφωμένη άποψή μας σχετικά με τα θύματα και τους θύτες είναι πολύ πιθανό να βρεθεί για άλλη μια φορά εκτεθειμένη και να αποδειχθεί  εξόχως λανθασμένη και πολύ μακριά από την αλήθεια.

Κάποιος τρίτος παρατηρητής των γεγονότων και των αντιδράσεων που αυτές προκαλούν, δεν μπορεί παρά να φρίξει με την άνεση με την οποία ο καθένας από εμάς νιώθει ότι έχει το δικαίωμα να εκφέρει άποψη πάνω σε θέματα για τα οποία δεν γνωρίζει ούτε τα βασικά και αντλεί πληροφόρηση αποκλειστικά από ελεγχόμενης αξιοπιστίας δημοσιεύματα, διαρροές στον τύπο και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες.

Όταν μιλάμε για τόσο σοβαρά αδικήματα, όπως τα παραπάνω, η διατύπωση άποψης δεν είναι θέμα ελευθερίας της έκφρασης, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι. Είναι κουτσομπολιό του χειρίστου είδους, το οποίο δεν προσβάλλει μόνο εκείνους που φωτογραφίζονται ως ένοχοι και παραμένουν τέτοιοι στις συνειδήσεις μας, αλλά προσβάλλει επίσης βάναυσα και τα θύματα (ή την μνήμη τους, αν μιλάμε για νεκρούς) των οποίων η δικαίωση μπορεί να προκύψει μόνο με έναν τρόπο. Με την αλήθεια.

Για τους απανταχού δικαστές Ντρεντ αυτού του κόσμου, όμως, η αλήθεια είναι κάτι δευτερεύον. Το μόνο που μοιάζει να έχει σημασία είναι η ταχύτητα. Η ταχύτητα με την οποία θα σπεύσει κάποιος να βάλει κάτω τα πράγματα και να αποφανθεί ότι μερικές κηλίδες αίματος σε ένα σεντόνι σε συνδυασμό με μια εξαφάνιση, για παράδειγμα, στοιχειοθετούν έγκλημα για το οποίο δεν χρειάζεται καν να ψάξεις πολύ για να βρεις τον δολοφόνο. «Προφανώς ήταν ο φίλος της», αναφωνούμε, λοιπόν, και απορούμε μάλιστα με τις Αρχές που δεν βλέπουν αυτό που εμείς παρατηρούμε ξεκάθαρα!

Και το κάνουμε με μια άνεση που τρομάζει. Μιλάμε για ανθρώπινες ζωές (εκείνες που χάθηκαν και όσες μένουν πίσω) με την ίδια ευκολία με την οποία αναλύουμε για το αν ο Σισέ «κάνει για τον Ολυμπιακό» ή «σιγά μην αξίζει 20 εκατομμύρια το παλτό». Όμως εδώ υπάρχει μια τεράστια διαφορά. Η μεταγραφή του δεν θα χαλάσει ποτέ επειδή εγώ κι εσύ θα τον αποκαλέσουμε άμπαλο.

Κανείς δεν θα πάθει τίποτα από τα δικά μας επικριτικά σχόλια. Αντίθετα, ζωές ανθρώπων που με συνοπτικές διαδικασίες κηρύσσονται ένοχοι θα αλλάξουν για πάντα, όταν τόσο ανεμπόδιστα τους κρεμάμε ταμπέλες που σε πολλές περιπτώσεις θα μείνουν πάνω τους ως στίγμα ακόμα και μετά ενδεχόμενη αθώωσή τους στα δικαστήρια.

Η δημόσια διαπόμπευση είναι στο αίμα μας. Μπορεί πια να μην το κάνουμε με τους όρους του Game of Thrones, αλλά μεταφορικά μιλώντας, ο καθένας από εμάς νιώθει ότι έχει το δικαίωμα να πάρει στο κατόπι την δική του Σέρσεϊ και κραδαίνοντας την προσωπική κουδούνα του, να φωνάζει «shame» ενώπιον του εκστασιασμένου ακροατηρίου που έχει την ίδια γνώμη.

Ή την αποκτά στην πορεία και προτιμά να πεθάνει παρά να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος. Αν υπάρχει κάποια ντροπή εδώ, είναι όλη δική μας, που πετάμε στα σκουπίδια το τεκμήριο της αθωότητας, βλέπουμε παντού ενόχους και δεν μπορούμε να διανοηθούμε καν τι θα συνέβαινε αν βρισκόμασταν εμείς στις θέσεις τους και είχαμε να αντιμετωπίσουμε έναν διψασμένο για αίμα όχλο.