Ήταν ευλογία που ο Νάνος Βαλαωρίτης έφτασε ως τις μέρες μας

Αν κάτσουμε να σκεφτούμε τους ποιητές με τους οποίους ήρθαν πρώτη φορά σε αναγνωστική επαφή οι 25-30 και κάτω, θα δούμε πως οι περισσότεροι είναι νεκροί. Κι αυτό αποτελεί με τον τρόπο του έναν ανασταλτικό παράγοντα για τη σύνδεση με το έργο κάποιου.

Γι΄αυτό η Κική Δημουλά κι η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είναι πολύ πιο ενταγμένες στη συνείδηση του κοινού αυτής της ηλικίας που γράφει ή ασχολείται με την ποίηση. Γι΄αυτό κι ο Νάνος Βαλαωρίτης ήταν πολύ συνειδητά μια αναγκαία ζωντανή φιγούρα που έζησε ως τις μέρες μας. Μέχρι προχθές.

Αν δεν υπήρχε αυτός και οι δύο κυρίες, ίσως η διατήρηση της ποίησης μέσα μας να ήταν αδύνατη. Για κάποιους αποτέλεσε αυτόν που τους μύησε στη νιτσεϊκή φιλοσοφία. Που τους ανέπτυξε με τον τρόπο του την αξία των καταραμένων ποιητών, όπως τονς Τ. Σ. Έλιοτ που συνάντησε στην Αγγλία όταν έφυγε αυτοεξόριστος στη δεκετία του ’50 περίπου

Χωρίς το Νάνο Βαλαωρίτη οι ξένες φωνές δεν θα έφτασαν εδώ και ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής φωνής δεν θα έφτασε σε διάφορα σημεία του κόσμου, αφού είχε μια εκβριθή εμπειρία από τους φιλολογικούς κύκλους της Ευρώπης, αντάλλασσε απόψεις με τρανούς συγγραφείς του εξωτερικού, στεκόταν ισότιμα απέναντι τους .

Έχοντας γεννηθεί το 1921 στη Λωζάννη, λίγο πριν καταστραφεί ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, ο εγγονός του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη έζησε την κτηνωδία της πολεμικής περιόδου, φοβήθηκε, διέφυγε, σκεφτόταν την Ελλάδα και τη σωτηρία της από τον Άξονα, αλλά πάνω απ΄όλα συζητούσε τους φιλοσοφικούς αναστοχασμούς του και αποδεχόταν τους αναστοχασμούς των άλλων. Του Μπρετόν για παράδειγμα, τον οποίο συνάντησε στο Παρίσι και κατάφερε να τον πείσει για την αξία της διαρκούς συναναστροφής μσζί του.

Σε μια ζωή 98 ετών φαντάζεται κανείς ότι δεν έλειψε τίποτα. Ίσα ίσα που πρέπει να περίσσεψαν απολαύσει και εμπειρίες για τον Νάνο Βαλαωρίτη.

Όπως ήταν δικαίως τόσο υπερβατική η αποδοχή της οποίας ετύγχανε στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού.

Εκτός από μεταφραστής, ποιητής και λογοτέχνης, ο Βαλαωρίτης ήταν ένας μοντερνιστής, ένας φουτουριστής, θα μπορούσαμε να πούμε. Με λιγότερο αυστηρή έννοια σαφώς, αλλά πολύ κοντά σε αυτό που εννοεί ο όρος. Το βιβλίο του Δολοφονία ή Δολοφονίες γράφτηκε κάπου τη δεκαετία του ’60 και προέβλεψε με ακρίβεια το σήμερα σε τεχνολογικό επίπεδο.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τη ζωή του και την μακρά ενασχόλησή του με καλλιτεχνικά περιοδικά και μάλιστα σε ηγετικά πόστα. Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι πως ο Βαλαωρίτης γεφύρωνε το χάσμα της γενιάς μου και των επόμενων με τις περιόδους που έδρασαν ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Ρίτσος.

Δεν ήταν δηλαδή μόνο αυτός με τον οποίο μπορούσε το κοινό να έχει μια ζωντανή επαφή, μια έμβια διάδραση. Ήταν κι αυτός που γεφύρωνε εποχές, που κράτησε όσο πιο ακέραια γινόταν τα συναισθήματα των συγγραφέων αυτής της γενιάς.

Σε 98 χρόνια προλαβαίνεις να κάνεις τα πάντα και τίποτα. «Είναι κρίμα να πεθαίνουμε, αλλά από την άλλη είναι και κρίμα να ζούμε όλοι μας πολύ» θα πει σε μια συνέντευξή του στο lifo.gr. Ο Νάνος Βαλαωρίτης πρόλαβε να κάνει σχεδόν τα πάντα και πλέον θα είναι ένας παντεπόπτης στα πολύ ψηλά κι η ψυχή του θα διατηρήσει ζωντανές τις γέφυρες προσέγγισης τόσων Ελλήνων ποιητών και όχι μόνο.

Κι αυτή η τόσο σεπτή μορφή, αυτό το πρόσωπο της πεσιμιστικής αδυναμίας θα μείνει χαραγμένη σε μια αιωνιότητα.