Η περίπτωση Γεωργιάδη δεν «ξεγύμνωσε» μόνο τα φερόμενα ως θύματά του

Έξω, λοιπόν, ΚΑΙ ο Νίκος Γεωργιάδης. Το πρώην στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, που κατηγορήθηκε για ασέλγεια σε ανήλικο, πρωτόδικα καταδικάστηκε για ασέλγεια σε ανήλικο και στη συνέχεια σταμάτησε η δίωξή του, για ασέλγεια σε ανήλικο, επειδή ο νομοθέτης συμπεριέλαβε ένα τέτοιο αδίκημα στη λίστα εκείνων για τα οποία θα έπρεπε να δείχνουμε επιείκεια.

Η υπόθεση Γεωργιάδη είναι βρωμερή από όπου κι αν την πιάσεις. Όχι μόνο στην άθλια τελεσίδικη απόφαση που τον παραδίδει «καθαρό», από ποινική άποψη, στην κοινωνία. Αλλά από την αρχή της, κιόλας. Από την ημέρα που ο πρώην πολιτικός δήλωνε «αθώος» και «θύμα σκευωρίας», μέχρι σήμερα που ορισμένοι θριαμβολογούν για την απαλλαγή του λόγω παραγραφής, εξισώνοντάς την με ουσιαστική αθώωση ενός ανθρώπου, ο οποίος τη μία και μοναδική φορά που βρέθηκε ενώπιον δικαστηρίου κρίθηκε ένοχος!

Ίσως το Εφετείο να είχε ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση. Μπορεί και όχι. Ωστόσο το τεκμήριο της αθωότητας είναι ένα χαρτί που «κάηκε» όταν σε πρώτο βαθμό ο κ. Γεωργιάδης καταδικαζόταν από ελληνικό δικαστήριο. Ο ίδιος μπορεί να επιμένει στο αφήγημα περί «πολιτικής δίωξης», ωστόσο ο δικαστής είχε άλλη άποψη και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 28 μηνών, κρίνοντάς τον ένοχο.

Ένας «ένοχος», πάντως, που δεν θα χρειαστεί να περάσει κάποιο βράδυ στη «στενή». Ούτε θα έχει και τον αντίστοιχο λεκέ στο ποινικό μητρώο του. Όλοι θα γνωρίζουμε ποιος είναι και τι έχει κάνει, αλλά ο ίδιος θα έχει το δικαίωμα να υποστηρίζει την «αθωότητά» του, τρίβοντας στη μούρη μας το χαρτί της παύσης της δίωξής του. Και ευχαριστώντας παράλληλα το «σύστημα» για τα ευεργετήματα που απλόχερα του προσέφερε προκειμένου να πετύχει το σκοπό του.

Χρειάστηκαν ελάχιστα πράγματα. Ένας ελαστικός ποινικός κώδικας, που προβλέπει μια διαρκή… Black Friday εκπτώσεων για μια σειρά από αδικήματα, με την αιτιολογία της «αποσυμφόρησης των φυλακών». Η αθάνατη ελληνική γραφειοκρατία σε συνδυασμό με την δικομανία που έφερε την υπόθεση Γεωργιάδη ακόμη πιο πίσω και χρόνος… Χρόνος που όσο περνούσε –και με την δικογραφία… κάπου εκεί- κυλούσε υπέρ του…

Με αυτόν τον νόμο συνειδητά αποφασίσαμε ως κοινωνία ότι αντέχουμε μερικούς Γεωργιάδηδες να κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσά μας. Όπως, επίσης, αντέχουμε και άλλους…ανθούς που πρόσφατα αποφυλακίστηκαν. Αποφασίσαμε ότι όλοι αυτοί και πολλοί σαν αυτούς μπορούν να είναι εκεί έξω. Μπορεί να μην τους επιλέγαμε ως baby sitters ή να μην τους εμπιστευόμαστε τα λεφτά μας εμείς προσωπικά, αλλά ως κοινωνία λέμε ένα «βρε δεν βαριέσαι αδερφέ» και προχωράμε παρακάτω…

Στη θεωρία ο νομοθέτης στο δημιούργημά του αντανακλά την απαίτηση μιας κοινωνίας για προοδευτικότερο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Στην πράξη, όμως, η κοινωνία –μέσω του νομοθέτη- ομολογεί κυνικά πως δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί τον όγκο της παρανομίας που παράγει. Η λαϊκή βάση αισθάνεται πως γύρω της υπάρχει ένα καθεστώς που τελικά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οδηγεί στην ατιμωρησία. Και, φυσικά, αυτό το καθεστώς γίνεται απολύτως εκμεταλλεύσιμο στα χέρια του ισχυρού, του πλούσιου, εκείνου που διαθέτει το χρήμα ή τα μέσα προκειμένου να εκμεταλλευτεί κάθε διαθέσιμη χαραμάδα.

Φυλάκιση με αναστολή, ανασταλτικός χαρακτήρας ποινής μέχρι το Εφετείο, πρόωρη αποφυλάκιση κι ένας σωρός αντίστοιχοι όροι, που συνοδεύουν σχεδόν κάθε αντίστοιχη είδηση που κάνει το στομάχι σου να σφίγγεται και την εμπιστοσύνη σου στο σύστημα να κλονίζεται για άλλη μια φορά.

Το σύστημα, πάντως, αποφάσισε. Παράγει περισσότερους Γεωργιάδηδες από όσους είναι σε θέση να φυλακίσει. Και αν, λέμε τώρα, το σύστημα μπορούσε να αποφασίσει, σίγουρα θα προτιμούσε οι δικοί του Γεωργιάδηδες να είναι εκείνοι που θα βρεθούν έξω. Όταν αυτή η δυνατότητα, μάλιστα, ενισχύεται από ένα τόσο προοδευτικό νόμο όπως ο Ποινικός κώδικας, ακόμη καλύτερα για το σύστημα που βρίσκει ένα απρόσμενο άλλοθι.