Βιαστήκαμε να βγάλουμε δύο γονείς βιαστές και δολοφόνους γιατί δεν ήταν λευκοί σαν κι εμάς

Είναι μεσημέρι Κυριακής. Κάνεις μια γύρα στις ιστοσελίδες και βλέπεις ψηλά ψηλά μια παράξενη είδηση. «11 μηνών βρέφος πέθανε στου Ζωγράφου – Ενδείξεις κακοποίησης στο σώμα του».

Κάτω από τον τίτλο αυτό που υπάρχει απαρέγκλιτα σε όλα τα μέσα είναι η εθνικότητα των γονιών του και το ότι προσήχθησαν στο αστυνομικό τμήμα. «Είναι από τη Συρία, τους αφήσαμε να μπουν στη χώρα μας και βλέπετε το ποιόν τους» θα μπορούσε να είναι η βασική σκέψη στο μέσο μυαλό του μέσου απαίδευτου στην ανάγνωση Έλληνα. Κι όταν γράφω για ανάγνωση, δεν εννοώ στο αν μπορεί να διαβάζει αυτό που βλέπει, αλλά στο αν μπορεί να διαβάζει αυτό που βρίσκεται δίπλα σε αυτό που βλέπει, απλώς δεν έχει γραφτεί.

Οκ, τα μέσα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη δικαιολογία ότι τους παρέσυρε ο ιατροδικαστής. Κάποια στιγμή όμως αυτή η δικαιολογία δεν αρκεί. Πόσα μέσα μπορούν να πουν ότι έγραψαν την είδηση ως έχει, δίχως να υπάρξει κάποια μομφή προς τους γονείς; Αναμφίβολα στην είδηση δε μπορούσε να παραληφθεί το στοιχείο της κακοποίησης από τη στιγμή που το ανέφερε ένας ιατροδικαστής.

Μπορούσε όμως να μείνει εκεί, μόνο σε αυτό, ότι δηλαδή υπάρχει αυτή η ένδειξη, αλλά βρίσκεται υπό εξέταση και θα πρέπει να αναμένουμε το τελικό πόρισμα για να δούμε τι έχει συμβεί και πέθανε ένα βρέφος. Δεν έμεινε. Κι από τα μέσα κι από τον συγκεκριμένο ιατροδικαστή. Τα κίνητρα του δεύτερου άγνωστα. Τα κίνητρα των πρώτων χιλιοειπωμένα και γνωστά.

Ένα 24ωρο μετά, προς το βράδυ της Δευτέρας, γίνεται γνωστό πως οι γονείς δεν κακοποίησαν το παιδί τους. Απλώς δεν είχαν τη γνώση για το πώς να του τοποθετήσουν ένα ειδικό εξάρτημα που τους είχε δοθεί, ώστε να αντιμετωπίσουν την ασθένεια του παιδιού τους.

Παρά το ότι οι άνθρωποι αυτοί αποδείχτηκε ότι δεν έκαναν αυτό το αποτρόπαιο που τους χρεώθηκε από την πρώτη στιγμή από την κοινή γνώμη, δεν υπήρξε ούτε το ελάχιστο της επανόρθωσης, να παίξει δηλαδή η είδηση με την ίδια έκταση και ύφος όπως είχε παρουσιαστεί κι όταν η κακοποίηση ήταν στο τραπέζι ως σενάριο.

Και γιατί να παίξει άραγε; Σάμπως είναι Έλληνες; Σάμπως είναι παιδιά του ίδιου Θεού με εμάς; Μήπως έχουν λεφτά, μήπως είναι εύποροι; Όχι δα. Βρωμοσύροι είναι που ήρθαν για να μας κλέψουν και να μας βιάσουν στη χώρα μας. Έτσι δεν λένε αρκετοί; Κι αν δεν το λένε, τέτοιες σκέψεις δεν τους έχουν περάσει;

Ας το ξαναπούμε λοιπόν για να υπενθυμίζουμε σε εαυτούς και αλήλλους ότι τα παραπάνω δεν ισχύουν. Δεν είναι κατώτεροι μας και σίγουρα δεν τους αξίζει αυτό που πέρασαν, ενώ προσπαθούσαν να βοηθήσουν τις αρχές για να οδηγηθούν στην εξήγηση που τελικά οδηγήθηκαν. Κάποιοι τους εκμεταλλεύτηκαν και πάτησαν στο ότι δεν καταλαβαίνουν καλά ελληνικά και τους έβγαλαν στο γυαλί με σουπεράκι που ανέφερε την κακοποίηση. Οι άνθρωποι είχαν αθωωθεί βάσει πορίσματος κι όμως στο σουπεράκι έπαιζε αυτό.

«Ήταν ένας σχηματικός τρόπος να αναφερθούμε στο θέμα και δεν αφορούσε η φράση το γεγονός, αλλά την αρχική ένδειξη» θα σου πουν όσοι επέλεγαν αυτόν τον τίτλο σε ένα κανάλι που καθόμαστε σαν λαός και πανηγυρίζουμε επειδή επέστρεψε.

Τουλάχιστον, αυτή η υπόθεση ήρθε να μας υπενθυμίσει την παρουσία ενός πράγματος που το άτιμο αναπτύσσεται και δεν μπορούμε να το συνδέσουμε σωστά. Στην καταγγελία είμαστε πρώτοι, στην αναγνώριση σφυρίζουμε αδιάφορα. Αν αυτοί οι γονείς αποδεικνύονταν ένοχοι, θα ζητούσαμε να τους κρεμάσουμε και μαζί να κρεμαστούν και καμιά 10αριά ακόμα από τη Συρία.

Τώρα που είναι αθώοι, δεν τρέχει και τίποτα, κάναμε ένα λαθάκι, πάμε παρακάτω, στους επόμενους που το χρώμα τους το έχουμε ταυτίσει με έγκλημα. Δεν είναι δα και άνθρωποι αυτοί…

Μήπως αυτή η ρητορική σας θυμίζει κάτι; Εμένα πάντως μου θυμίζει ρατσισμό, μου θυμίζει ναζιστική λαγνεία. Και το τρομακτικό είναι πως κάποιοι που μπορεί να θεώρησαν ότι δεν τρέχει και κάτι να τους καταδικάσουμε πριν το αποφασίσει η δικαιοσύνη, δεν ασπάζονται αυτή την ιδεολογία, δεν θα γυρίσουν να σου πουν ότι δε γουστάρουν τους ξένους. Αυτό είναι το πρόβλημα. Αναπτύσσεται κάτι μέσα μας και δεν μπορούμε να το συνδέσουμε με την πηγή του. Κι εδώ η πηγή είναι στεγνά και στυγνά ρατσιστική.

Έχει γίνει όμως πια τόσο εύκολο να στιγματίζουμε και να διαλύουμε την προσωπικότητα ανθρώπων βασιζόμενοι σε ένα και μόνο πράγμα που δεν μας νοιάζει αν αυτό το ρημάδι είναι έστω επαληθεύσιμο. Το είπε κάποιος, άρα ισχύει. Κι αυτό το γράφω με φόβο όχι μόνο προς εσάς, αλλά και προς εμένα.

Κι εγώ έπιασα τον εαυτό μου να ολισθαίνει προς ενδεχόμενα και σκέψεις. Αυτό όμως με βοήθησε να καταλάβω πως χρειάζεται επαγρύπνηση και πως όταν πρόκειται για άλλους δε μπορούμε όλα να τα αποδίδουμε με ευκολία στη δυσκολία της δικής μας ζωής. Δε γίνεται να αποτελεί κολυμπήθρα του Σιλωάμ για όλες τις ηλιθιότητες μας ότι είμαστε κουρασμένοι από τη δύσκολη καθημερινότητα, ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ψάχνουμε τα πάντα και οποιαδήποτε παρεμφερή δικαιολογία λέμε.

Τα social media θα μπορούσαν να είναι ένα τρομερά γόνιμο όργανο δημοκρατίας, αλλά σε έναν απαίδευτο λαό, μάλλον υπεραξία είναι αυτή η ισχύς, παρά ουσιαστικό βήμα. Δεν ξέρω πόσο μας αξίζει κάτι τέτοιο όταν με αμέριστη άνεση κολλάμε έναν άνθρωπο στον τοίχο χωρίς καν να έχουμε μπει στη διαδικασία να του δώσουμε το πλεονέκτημα της αμφιβολίας.

Ο νόμος έχει το τεκμήριο της αθωότητας, η Μαρία Γιάννης στο Facebook το φτύνει στα μούτρα.

Σε έναν κόσμο που 15 μαθητές έδερναν αλύπητα έναν συμμαθητή τους χωρίς καν να τους πειράξει, εμείς κοιτάξαμε να διαλύσουμε δύο πρόσφυγες. Σε μια χώρα που κανακεύουμε τα μυαλά μας και των παιδιών μας ώστε να νομίζουν ότι τους ανήκει ο κόσμος και πως τα δικαιώματα τους υπερβαίνουν τα πάντα, ο καθρέφτης μας έχει καιρό να μας δει για να μας φτύσει, γιατί εμείς κουνάμε το δάχτυλο σε άλλους.

Έχει κανείς από μας τα κότσια να μετρηθεί με τον εαυτό του; Φοβάμαι πως θα νιώσουμε τρομερά τιποτένιοι αν το κάνουμε αυτό. Μας είναι πιο εύκολο να κάνουμε τους άλλους τιποτένιους. Ιδίως αν δεν έχουν το δικό μας χρώμα…