Το νέο τραγούδι του Κωνσταντίνου Αργυρού αποδεικνύει γιατί η μουσική δεν χρειάζεται στεγανά

«Εγώ ακούω τα πάντα από μουσική, εκτός από σκυλάδικα. Δεν τα μπορώ καθόλου». Συνήθως, όταν κάποιος λέει αυτή τη φράση, παραλείπει να διευκρινίσει τι εννοεί με τη λέξη «σκυλάδικα». Ποιους καλλιτέχνες περιλαμβάνει σε αυτόν τον όρο;

Κι αν υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή το ορίζει μέσα του, αυτοί οι καλλιτέχνες θα είναι σκυλάδες ό,τι και να κάνουν; Δεν θα υπάρξει καμία διαφορετική εκτίμηση ανάλογα με το τραγούδι ή τον δίσκο που θα κάνουν;

Αφήνοντας στο μυαλό του καθενός αυτά τα ερωτήματα, πάμε στο κυρίως πιάτο. Καλώς ή κακώς, ένας Έλληνας ή μια Ελληνίδα που τραγουδάει σε νυχτερινό κέντρο, στο μυαλό όσων δεν έχουν ελληνική μουσική στα ακούσματά τους, κατατάσσεται ως σκυλάς ή σκυλού ή στην καλύτερη ως τραγουδιστής/στρια του μπουζουκτσίδικου. Κι αυτό λειτουργεί εμφανώς σαν ένας αφορισμός.

Όπως κεκαλυμμένος αφορισμός είναι η διαρκής ανάγκη για τοποθέτηση στάμπας σε ένα τραγούδι, έναν καλλιτέχνη, μια μουσική που υπηρετείται.

Ο Κωνσταντίνος Αργυρός είναι αναμφίβολα ένας από τους 2-3 πιο πετυχημένους Έλληνες καλλιτέχνες . Διόλου άδικα τα μαγαζιά που τραγουδάει «τρέχουν» με τον ίδιο ως πρώτο όνομα, χωρίς άλλον ισάξιο του ως μουσικό μέγεθος και τα τραγούδια του γίνονται κατευθείαν top trend στο ελληνικό youtube. Τα παραπάνω δεν αποτελούν προσωπικές πεποιθήσεις, είναι στοιχεία. Ο καθένας μπορεί να έχει όποια γνώμη θέλει για τον ίδιο.

Προσωπικά, δεν είχα ούτε αρνητική ούτε θετική εκτίμηση για τον τραγουδιστή Αργυρό, μέχρι που τον είδα πέρσι στο Στην Υγειά Μας και με κάποιες τοποθετήσεις του έδειξε ότι δεν είναι απλώς ένας τύπος που κρατάει ένα μικρόφωνο κι έχει κάνει μια δουλειά στη φωνή του. Είναι άνθρωπος που γνωρίζει από μουσική και αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς διαβάζοντας κάποια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του. Κι αυτό είναι επίσης ένα δείγμα του πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του στη μουσική.

Αυτό αξίζει να του αναγνωριστεί ασχέτως αν σου αρέσουν τα τραγούδια του ή όχι. Ναι, αν θελήσουμε να το δούμε και με όρους που ξεφεύγουν της μουσικής, ενδεχομένως κάποια τραγούδια του να είναι ατοπήματα, όπως το Ξημερώματα.

Πριν δύο ημέρες κυκλοφόρησε το νέο του τραγούδι με τίτλο «Αθήνα Μου» και είναι ένα τραγούδι δυσεύρετο μελωδικά στην δική του δισκογραφία, με άλλα 3-4 να έχουν τέτοιο προσανατολισμό. Καθαρό λαϊκό κομμάτι, θυμίζει αρκετά Μάριο Τόκα, στιχουργικά άρτιο, δύσκολα μπορείς να βρεις κάτι να το ψέξεις. Εύσημα σαφώς προς τον δημιουργό Λευτέρη Κιντάτο και εν συνεχεία στον Αργυρό και όσους συνέβαλαν γι΄αυτό το αποτέλεσμα.

Ακριβώς αυτή η αρτιότητα του κομματιού είναι που μας πάει ξανά στο ξεκίνημα της κουβέντας μας. Έχει σημασία πώς έχεις κατατάξει στο μυαλό σου τον Αργυρό και τον κάθε Αργυρό; Έχει σημασία τι πίστευες πριν το τραγούδι για τη μουσική του; Θεωρώ πως δεν αξίζει να έχει. Θεωρώ πως το συγκεκριμένο κομμάτι κατακτά στον κάθε ακροατή το δικαίωμα να κρίνεται αυτόνομο, να μην επηρεάζεται από τίποτε άλλο.

Πολύ περισσότερο είναι ένα κομμάτι απ΄αυτά που λέμε καθολικά, γιατί δεν πιστεύω πως κι ένας ροκάς ή χεβιμεταλάς δεν θα αναγνώριζε τη μουσική του αρτιότητα. Μπορεί να μην το έκανε από ντροπή γιατί θα θεωρούσε ότι απέρριπτε κάποιες πεποιθήσεις του, άρα θα ντρεπόταν τον εαυτό του, όμως στην πραγματικότητα θα έβγαζε κι αυτός το καπέλο για ένα τέτοιο τραγούδι.

Αυτή είναι λοιπόν η μουσική. Εκεί που καταργεί τα στεγανά είναι που αντιλαμβάνεται κανείς το βάθος και το μέγεθος της.

Και τούτο το κείμενο δεν γράφεται με αποδέκτη τον Αργυρό, ούτε σκοπεύει να του ευλογήσει τα γένια. Απευθύνεται προς το μέσα του καθενός που νιώθει ότι συχνά εκμηδενίζει ασκαρδαμυκτί την ελληνική μουσική αποκαλώντας την συλλήβδην «σκυλάδικο, μπουζουκτσίδικο, λαϊκούρα» και οτιδήποτε άλλο.

Ναι, υπάρχουν τα κάκιστα ακούσματα τύπου SNIK, Sin Boy και όλων αυτών, αλλά αν δεν υπήρχαν αυτοί, ίσως να μην ήμασταν σε θέση να εκτιμήσουμε ακόμα περισσότερο αυτό που μας «αδειάζει», όπως είναι το τραγούδι του Αργυρού.